Από τη συμμετοχική στην κοινοβουλευτική δημοκρατία

Γιώργος Σιακαντάρης, Ελευθεροτυπία, 29/12/2006

Πολλοί μετέφρασαν τις αλλαγές στο ΠΑΣΟΚ ως καθαρά οργανωτικές, άλλοι, και δεν ήσαν ούτε αυτοί λίγοι, διέκριναν την επιστροφή των «εκσυγχρονιστών». Κάποιοι άλλοι διαπίστωσαν πως οι αλλαγές αυτές σηματοδοτούν την αδυναμία του Γιώργου Παπανδρέου να προωθήσει ανθρώπους από το «νέο» ΠΑΣΟΚ και την αναγκαστική προσγείωση του φιλόδοξου ταξιδιού του στα σίγουρα λιμάνια του παλιού «καλού» και δοκιμασμένου στελεχικού μηχανισμού. Καμία απ αυτές τις ερμηνείες δεν είναι λάθος και καμία όμως δεν καλύπτει την ουσία και το βάθος των αλλαγών.

Θα προσπαθήσουμε να δείξουμε πως στην ουσία η μετατόπιση του κέντρου βάρους των αποφάσεων από το πολιτικό συμβούλιο στο κοινοβουλευτικό σώμα εμπεριέχει ένα βαθύτερο πολιτικό νόημα. Αυτή η αλλαγή σηματοδοτεί μια μετατόπιση από το προεδρικό ΠΑΣΟΚ στο κοινοβουλευτικό ή ακόμη περισσότερο τη μεταφορά από το ΠΑΣΟΚ τής «προεδρικά συμμετοχικής δημοκρατίας» στο ΠΑΣΟΚ της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας.

Στο ΠΑΣΟΚ της προηγούμενης περιόδου τα προβλήματα δεν ήσαν μόνο οργανωτικής φύσης. Είναι αλήθεια πως μεταξύ πολιτικού συμβουλίου, συντονιστικού οργάνου, γραμματέων τομέα κ.ο.κ. δημιουργήθηκε ένα σύστημα πολύπλοκων σχέσεων και αλληλοεπικαλύψεων. Αυτό το σύστημα, ενώ επέτρεπε σ όλο και πιο πολλούς να νομίζουν πως συμμετέχουν στη λήψη των αποφάσεων, ενώ δηλαδή παρουσιαζόταν ως μοντέλο συμμετοχικής παρέμβασης, δημιουργούσε ταυτόχρονα την ανάγκη της «προσφυγής» στον πρόεδρο για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των συμμετεχόντων στα διαφορετικά επίπεδα πολιτικών αποφάσεων. Στο βαθμό επομένως που δεν υπήρχε καθαρή πολιτική «γραμμή» και μέσα στο κλίμα των αλληλοεπικαλύψεων αρμοδιοτήτων, η συμμετοχική δημοκρατία παραγκωνιζόταν από την «προεδρική». Τα περίφημα αργά αντανακλαστικά, η απουσία γραμμής και η δήθεν πολυγλωσσία δεν ήσαν παρά οι μορφές με τις οποίες εμφανιζόταν η θυσία της αντιπροσωπευτικής και εσωκομματικής δημοκρατίας στο βωμό τής «προεδρικά» συμμετοχικής δημοκρατίας.

Η μέχρι σήμερα στρατηγική και τακτική του ΠΑΣΟΚ δεν υπέφερε από την έκφραση των διαφορετικών απόψεων, αλλά από την απουσία ισορροπίας μεταξύ των δόσεων «συμμετοχικής» και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας. Η μετατόπιση του κέντρου της πολιτικής στρατηγικής στο κοινοβουλευτικό συμβούλιο αποτελεί μια έμμεση -ίσως και αθέλητη- παραδοχή του παραπάνω συμπεράσματος. Η οποιαδήποτε συμμετοχική διαδικασία κινδυνεύει να εκφυλιστεί όταν αντιμετωπίζει θεσμούς όπως το κόμμα, το Κοινοβούλιο, τα συνδικάτα σαν βαρίδια για την άσκηση πολιτικής και όχι ως θεσμούς που, αν και βρίσκονται σε κρίση, αποτελούν σημαντικές συνιστώσες του παιχνιδιού που ονομάζεται αντιπροσωπευτική πολιτική δημοκρατία. Η υποτίμηση αυτών των συνιστωσών δεν υπονομεύει μόνο την αντιπροσωπευτική δημοκρατία, αλλά αποτελεί θρυαλλίδα που απειλεί να ανατινάξει και τις αξίες της συμμετοχικής δημοκρατίας.

Οταν στο παιχνίδι της δημοκρατίας δεν υπάρχουν ισχυροί και σεβαστοί αντιπροσωπευτικοί θεσμοί, τότε τη θέση της προωθούμενης συμμετοχικής δημοκρατίας καταλαμβάνει ο βοναπαρτισμός. Οταν πάλι βαθαίνει η απόσταση μεταξύ αντιπροσώπων και εκλογέων, όταν οι πολίτες αισθάνονται πως η πολιτική είναι κάτι που δεν τους αφορά άμεσα, τότε ο δρόμος προς την ιδιώτευση και τη συντηρητικοποίηση των κοινωνικών στάσεων είναι ανοιχτός. Ακριβώς το κυριότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει το ΠΑΣΟΚ είναι η συντηρητική στροφή της ελληνικής κοινωνίας σε συνδυασμό με την πολιτική αδιαφορία. Οι περιβόητες δηλώσεις Πολύδωρα για τα όσα καταλόγισε στη δήθεν υποστήριξη των κουκουλοφόρων από τον ΣΥΝ και το ΠΑΣΟΚ στοχεύουν αυτά τα συντηρητικά αντανακλαστικά και καθόλου δεν δημιουργούν πρόβλημα στον περίφημο μεσαίο χώρο, ο οποίος δεν είναι τίποτα άλλο παρά το άλλο όνομα της συντηρητικής στροφής της κοινωνίας. Η δημοσκόπηση της GPO δείχνει πως ένας στους τέσσερις υποστηρίζει τις απόψεις Πολύδωρα, καθόλου βεβαίως ευκαταφρόνητο ποσοστό. Ταυτοχρόνως περισσότερο πρέπει να προβληματίζει το γεγονός πως το 57,2% πιστεύει ότι δεν έχει δημιουργηθεί μείζον πολιτικό ζήτημα και δεν πρέπει να παραιτηθεί ο υπουργός.

Ο Παπανδρέου κατανοεί πολύ καλά την απογοήτευση των πολιτών από τους εκπροσώπους και την απορρέουσα συντηρητική στροφή και πολύ σωστά θέτει το ζήτημα της συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών και των φορέων της στην πολιτική ζωή. Η υπεράσπιση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας δεν πρέπει να «κουκουλώνει» τον επικίνδυνο χαρακτήρα που έχουν οι απόψεις που θεωρούν πως η πολιτική ζωή αρχίζει και τελειώνει στο Κοινοβούλιο.

Αρκεί να θυμηθούμε τις «φιλελεύθερα» ακροδεξιές δηλώσεις του βουλευτή Κέρκυρας Νίκου Γεωργιάδη κατά της πρωτοβουλίας συνδικαλιστών του ΣΥΝ να ανοίξουν πανό στα θεωρεία της Βουλής. Ζήτησε ούτε λίγο ούτε πολύ να συλληφθούν στο όνομα της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Ο δε αν. κυβερνητικός εκπρόσωπος Β. Αντώναρος είπε ότι «στη Δημοκρατία όλοι οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι του ελληνικού λαού, όλων των κοινοβουλευτικών κομμάτων, έχουν τη δυνατότητα από το βήμα της Βουλής να εκφράσουν και να στηρίξουν τις απόψεις τους». Εξω από το Κοινοβούλιο δεν υπάρχει τίποτα.

Οι αλλαγές στο ΠΑΣΟΚ δεν θα εκφυλισθούν αν υπερβούν τον εκ πρώτης όψεως οργανωτικό χαρακτήρα τους και δημιουργήσουν μια νέα σχέση ισορροπίας μεταξύ «συμμετοχικού» και «αντιπροσωπευτικού» ΠΑΣΟΚ. Αν δηλαδή ενισχύσουν το κόμμα και τους εκλεγμένους εκπροσώπους, χωρίς να υποτιμήσουν τη σημασία της κοινωνίας των πολιτών.

Οι ισορροπίες της σχέσης συμμετοχικής και αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας δεν είναι ένα ζήτημα θεωρητικής φύσης, αλλά ένα ζήτημα που θίγει σημαντικά δίπολα, όπως αυτό της σχέσης ιδιωτικού-κοινωνικού, εξουσίας-κοινωνίας των πολιτών και, τέλος, φιλελευθερισμού-σοσιαλισμού ή ελευθερίας-ισότητας.

*Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας giorsiak@yahoo.gr

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι