Αυτός ο Μίκης είναι δικός τους ή δικός μας;

Γιάννης Η. Χάρης, Τα Νέα, 14/04/2007

Επιτάφιος και Κατάσταση πολιορκίας, «Καραμανλής ή τανκς», Άξιον εστί, υπουργός του Μητσοτάκη, Μαουτχάουζεν, συνέντευξη στο ακροδεξιό περιοδικό Δαυλός, Μπαλάντες και Κάντο Χενεράλ, κάτι αντιεβραϊκές δηλώσεις, Πνευματικό εμβατήριο και Τραγούδι του νεκρού αδελφού, και «να πλένουμε το στόμα μας» προτού μιλήσουμε γενικά για τον «αρχηγό της Εκκλησίας», ειδικά για τον Χριστόδουλο.

Πήγε 3 η ώρα το πρωί χωρίς να έχω γράψει λέξη, στέκομαι μπροστά στον υπολογιστή ώρες πια πολλές, με συγκεντρωμένα από μέρες τα αποκόμματα και την οργή για τα τελευταία πεπραγμένα του Μίκη Θεοδωράκη, τις ανιστόρητες δηλώσεις του με αφορμή το βιβλίο Ιστορίας της Στ΄ δημοτικού, μα προπαντός την απρόσμενη και πλήρη, άνευ όρων υποστήριξή του στο πρόσωπο του Μακαριοτάτου!

Δεν ξέρω από πού να την πιάσω την ύβρη, άσε που έχουν ήδη τόσα γραφτεί, κι από την άλλη πάλι, λέω, Μίκης είναι αυτός, μαθημένους μας έχει, δε βαριέσαι, το έργο του θα μείνει, ποιος θα τα θυμάται όλα αυτά... Μα πάλι τα γυρίζω από άλλη πια πλευρά, και λέω πως, εντούτοις, πρέπει να πολεμήσουμε τούτο το «Μίκης είναι αυτός», να μην αποδεχτούμε, να μη θεωρήσουμε δεδομένο το ακαταλόγιστο, κι ας το διεκδικεί ο ίδιος, ή κι ας του έχει προ πολλού παραχωρηθεί, και μάλιστα ολοπρόθυμα. Λέω να μην το αποδεχτούμε, όχι τόσο επειδή κάποιοι μπορεί να τα παίρνουν όλα του στα σοβαρά, και κάποιοι, από την άλλη, να τα εκμεταλλεύονται και να παίζουν το δικό τους ανίερο παιχνίδι, ο Μακαριότατος καληώρα, αλλά να μην το αποδεχτούμε από σεβασμό και μόνο για τον ίδιο. Κι αν όχι για την Ιστορία του, αφού ο ίδιος πρώτα δεν τη σέβεται, για το έργο του, που αυτό μας αφορά, αυτό είναι πια και δικό μας, δική μας Ιστορία -και περιουσία τεράστια.

Αλλά εκεί που εξανίσταμαι, εκεί που οργίζομαι και λέω, ε όχι πια κι αυτό, εκεί μου έρχεται στο νου το «Ήμασταν όλοι μαζί και τραγουδούσαμε ακούραστα τις μέρες μας», η αρχή από ένα τραγούδι-ποταμό σε ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη («Χάρης 1944» επιγράφεται το ποίημα), από τις λαμπρότερες μουσικές σελίδες του Θεοδωράκη, από τις πιο ακριβές μου εν πάση περιπτώσει.

Και πώς να παντρέψεις τότε την αγάπη με την αποστροφή, απελπισμένη άμυνα στο κάτω κάτω όταν νιώθεις να σου μαγαρίζουν -θα τολμήσω να το πω- τη δική σου Ιστορία.

Νά, μια μουσική ερωτική εξομολόγηση ήθελα πάντα να γράψω για τον Μίκη, όσο περνούν ιδίως τα χρόνια, και ξαναβρίσκω όλο και πιο δυνατά τη μουσική του, και ξαναγίνομαι, ξανάγινα από καιρό, μανιώδης θεοδωρακικός, και τσακώνομαι με καλούς μου φίλους, μανιώδεις χατζιδακικούς. Και θα θελα πολλά να γράψω, κάποτε σίγουρα θα τα γράψω, από σκοπιά όχι πια συναισθηματική ή με τη φόρτιση των πρώτων νεανικών και επαναστατικών μας χρόνων, αλλά με νηφάλια, πιστεύω, παρατήρηση του έργου των δύο μεγάλων δημιουργών. Γιατί, κακά τα ψέματα, το δίπολο ισχύει, παρότι το ντέρμπι παίχτηκε και παίζεται ακόμα στην πιο απλοϊκή και ανυπόστατη εντέλει εκδοχή του: ο «επικός» Θεοδωράκης και ο «λυρικός» Χατζιδάκις, ενώ δεν έχει γραφτεί δωρικότερο, στιβαρότερο ζεϊμπέκικο από το Είμαι αϊτός χωρίς φτερά του Χατζιδάκι, από τη μια, κι από την άλλη ξεχειλίζει ο λυρισμός του Θεοδωράκη, από τα πρώτα κιόλας τραγούδια του, τη Μαργαρίτα Μαγιοπούλα ή το (ήδη «βυζαντινό») Χρυσοπράσινο φύλλο. Ήθελα λέω να γράψω για όλα αυτά, και πως η πλάστιγγα για μένα εντέλει γέρνει κατά τη μεριά του Θεοδωράκη, μα νά που βρέθηκε να γράφω γι αυτόν με αφορμή τα τελευταία καμώματά του.

Πρέπει όμως κάτι να κάνω με το κείμενο αυτό, που πιο άχαρο και δύσκολο δεν μπορούσα να το φανταστώ, προχωρώ και δεν ξέρω από πού να το πιάσω, δεν ξέρει κανείς από πού να τον πιάσει τον ίδιο τον Μίκη, έτσι πληθωρικός που είναι στη ζωή και στο έργο του, με τα στραβά κι ανάποδα και απρεπή από τη μια, με τα θαυμάσια -που αυτά θα μείνουν ευτυχώς- από την άλλη. Εντέλει είναι όλα μαζί, εντέλει σκέφτομαι, Μίκη θα σ αγαπάμε, ακόμα κι όταν δε σ αντέχουμε καμιά φορά.

Και καλά το «Καραμανλής ή τανκς»: εδώ λ.χ. σκέφτομαι τι δρόμους μου άνοιξε ο Κούντερα, όταν γράφει στις Προδομένες διαθήκες (το χω ξαναχρησιμοποιήσει αυτό το παράθεμα) για τον άνθρωπο που βαδίζει μέσα στην ομίχλη, χωρίς να καλοβλέπει, ενώ, όταν κοιτάζει πίσω και κρίνει τους άλλους, «δεν βλέπει καμιά ομίχλη στον δρόμο τους». Έτσι, μπορεί κανείς, σε μια ιδιαίτερα ασαφή και πολύ πιο ομιχλώδη από άλλες εποχή, να φτάσει να πει «Καραμανλής ή τανκς» -χωρίς όμως και να χρειαστεί να φτάσει να γίνει έπειτα, πολύ αργότερα, υπουργός του Μητσοτάκη. Άλλο στηρίζω, άλλο στρατεύομαι, και γίνομαι εντέλει στρατιωτάκι.

Και τ αφτιά πλέον κλειστά; Ακόμα κι όταν άκουγε στις προεκλογικές συγκεντρώσεις της Νέας Δημοκρατίας όχι γενικώς και αορίστως τη μουσική του, αλλά π.χ. τη Ρωμιοσύνη ή, ακόμα χειρότερα, Τα τραγούδια του αγώνα; «Χτυπούν το βράδυ στην ταράτσα τον Αντρέα», και μας χτυπούσαν εμάς την Ιστορία μας όλη. Εμάς μας χτυπούσε κατάστηθα η ύβρις. Αυτόν δεν τον άγγιζε;

Καλά και να θρησκεύεται, αλίμονο, κάτι τέτοιο είναι πάντοτε απολύτως σεβαστό -και αδιαπραγμάτευτο για τον καθένα. Αλλά έχει τάχα -πάντοτε και οπωσδήποτε- σχέση η θρησκεία με την Εκκλησία; Και προπαντός ο Μακαριότατος, που μας απασχολεί εδώ, με τη -χριστιανική- θρησκεία; Έχει σχέση ακριβώς με τη θρησκεία κάποιος που είναι όχι απλώς κοινός ψεύτης (που «διάβαζε» λ.χ. στη δικτατορία), πολιτικάντης αντί ιεράρχης (που διεκδικεί ρόλο από την εξωτερική πολιτική ώς το αναλυτικό πρόγραμμα των σχολείων), και υβριστής (των «γραικύλων» και «ευρωλιγούρηδων» αντιπάλων του συλλήβδην), ή και κοινός εκβιαστής (έτσι που απειλεί κάθε τόσο με τις ταυτότητες), κάποιος που μόνο σε κάμερες και μικρόφωνα πιστεύει, στα χρυσά, τις δόξες και τον παρά (ανέγερση ξενοδοχείων κτλ.); Αλλά αν όλα αυτά θα μπορούσαν να ναι ανθρώπινες απλώς αδυναμίες, έχει σχέση με τη θρησκεία της αγάπης κάποιος μνησίκακος μισαλλόδοξος, με τη θρησκεία του οικουμενισμού ο ρατσιστής και εθνικιστής;

Ο μελετηρός κι ο αμελέτητος

Πάντως, κι αυτό είναι το άκρως θλιβερό, ο Χριστόδουλος τα εφτά χρόνια της δικτατορίας «διάβαζε», κατά δήλωσή του, και γι αυτό έστω δεν είχε πάρει είδηση τι γινόταν στη χώρα, δεν είχε ακούσει για βασανιστήρια κτλ. Ενώ ο Μίκης τα πάνω από εφτά χρόνια αρχιεπισκοπίας του Χριστόδουλου δεν διάβαζε τίποτα απ όσα γράφονταν για τον Μακαριότατο, και γι αυτό δεν έχει πάρει είδηση τα ψιλοχουντικά, πάντως ακροδεξιά έργα και ημέρες του, ούτε τα εθνικιστικά και ρατσιστικά του κτλ. κτλ. Σελίδες επί σελίδων έχουν γραφτεί, άπειρα ντοκουμέντα έχουν συγκεντρωθεί, γέμισαν και βιβλίο ολόκληρο, θα έπρεπε να ετοιμάζεται τώρα δεύτερος τόμος, κι ο Μίκης είπε να μην κραυγάζουμε εναντίον του Μακαριοτάτου, αλλά να προσκομίζουμε επιχειρήματα!

Και αν δεν διάβασε, ούτε για τον Μακαριότατο ούτε για το ρόλο της Εκκλησίας, από παλιά, άντε από το Εικοσιένα, μια και αυτό ήταν η αφορμή για τη συζήτηση των ημερών, δεν διάβασε, και προπαντός δεν έζησε -αυτός που όντως αγωνίστηκε και βασανίστηκε -, δεν έζησε λοιπόν το ρόλο της Εκκλησίας στο καθεστώς της 4ης Αυγούστου, στον Εμφύλιο, στο καθεστώς της 21ης Απριλίου;

Λίγο αργά τότε για διάβασμα, βρε Μίκη, ψιλικατζή εντέλει και εσύ των πιο ακριβών ονείρων μας...

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι