Η 28η Οκτωβρίου 1940: Ο αγώνας και η σημασία του

Νίκος Σβορώνος, Αυγή της Κυριακής, 27/10/2007

Είναι δύσκολο, πολύ δύσκολο, για έναν ιστορικό να συνθέσει και ν απαγγείλει πανηγυρικούς λόγους.

Η φυσική του κίνηση είναι η ανάλυση, πολιτική και κοινωνική, ενός σημαντικού γεγονότος και των άμεσων ή έμμεσων συνεπειών του.

Κινδυνεύει έτσι να μεταβάλει μια εθνική συγκέντρωση, που αποσκοπεί στη διαιώνιση της ιστορικής μνήμης μιας μεγάλης και πολυσήμαντης στιγμής για τον ελληνισμό, σε συνάντηση επιστημονικού ιστορικού συνεδρίου.

Θα προσπαθήσω στη σύντομη αυτή ομιλία που η ελληνική κοινότητα του Παρισιού μου έκανε την τιμή να μου ζητήσει, να μη σας κουράσω με λεπτομερειακές αναλύσεις.

Δεν θα ήθελα όμως -γιατί δεν τα καταφέρνω, ούτε και το θεωρώ χρήσιμο- να χρησιμοποιήσω εδώ τα γνωστά σχήματα του ρητορικού λόγου για να θυμίσω στους παλαιότερους ή να περιγράψω στους νεότερους την επική ατμόσφαιρα του αλβανικού πολέμου~ αλλά ούτε τα επίσης γνωστά νοητικά εργαλεία της κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης για να περιγράψω, με την πρόθεση να εξηγήσω, τα τραγικά για την Ελλάδα γεγονότα που απορρέουν από την τελευταία παγκόσμια σύρραξη και να κατανείμω τις ευθύνες.

Η προσπάθειά μου είναι να σταθώ μόνο στα σημεία εκείνα που σημειώνουν, κατά τη γνώμη μου, το ουσιαστικό νόημα μιας περιόδου της ιστορίας του ελληνισμού στα τελευταία χρόνια και καθορίζουν τη σημερινή του μοίρα και τις σημερινές του προοπτικές.

Ύστερα από τη μεγάλη Ελληνική Επανάσταση του 1821, σε καμία άλλη στιγμή της νεότερης ιστορίας, η παρουσία του ελληνικού λαού στην ευρωπαϊκή πράξη δεν βεβαιώνεται με τέτοια ενέργεια και δύναμη, όσο στον τελευταίο πόλεμο.

Σε μια στιγμή όπου μεγάλες χώρες της Ευρώπης γονατίζουν, η μία ύστερα από την άλλη, κάτω από τα ραγδαία πλήγματα των χιτλερικών ορδών, η αντίσταση των Ελλήνων εναντίον των φασιστικών δυνάμεων υψώθηκε από τους υπεύθυνους κριτές του τελευταίου πολέμου στη σημασία ενός συμβόλου. Σε μια στιγμή μάλιστα που ο κοινός κίνδυνος και η κοινή μοίρα μπροστά στον θάνατο έδινε στους λόγους των ανθρώπων βαθύτερη ειλικρίνεια.

Η συμβολή στη συμμαχική υπόθεση της ελληνικής αντίστασης κατά της ιταλογερμανικής εισβολής, αναγνωρίζεται γενικά.

Ο Τσώρτσιλ, στα απομνημονεύματά του ορίζει τη σπουδαιότητά της, έτσι: Οι ελληνικές επιτυχίες στην Αλβανία συνιστούν την πρώτη νίκη των συμμάχων τη στιγμή που ο φασιστικός άξονας φαινόταν πανίσχυρος. Ενθαρρύνουν έτσι τους άλλους διστακτικούς λαούς. Καταρρίπτουν το γόητρο του Μουσολίνι και επηρεάζουν τη στάση του αμερικανικού λαού.

"Είναι χωρίς αμφιβολία -γράφει ο Τσώρτσιλ- ότι το έγκλημα που διέπραξαν ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ χτυπώντας την Ελλάδα και η προσπάθειά μας για ν αποτύχει η τυραννία τους (...) άγγιξαν βαθιά τον λαό των Ηνωμένων Πολιτειών και προπαντός του μεγάλου άντρα που είχε επικεφαλής. Η αντίσταση στην Κρήτη προκάλεσε την καταστροφή εκλεκτών γερμανικών δυνάμεων, που θα μπορούσαν να παίξουν κεφαλαιώδη ρόλο στα μεταγενέστερα γεγονότα της Μέσης Ανατολής. Στην Κρήτη, ο Γκαίριγκ δεν κέρδισε παρά μία Πύρεια νίκη, γιατί οι δυνάμεις που κατανάλωσε εκεί θα μπορούσαν εύκολα να του δώσουν την Κύπρο, το Ιράκ, τη Συρία και ίσως την Περσία. Τέλος, χάρη στην αντίσταση των Γιουγκοσλάβων και των Ελλήνων ο Χίτλερ αναγκάστηκε να αναβάλει για ζωτικό χρονικό διάστημα την επίθεση κατά της Σοβιετικής Ένωσης".

Για τους ίδιους τους Έλληνες, που έχουν ακούσει πολλές φορές από δικούς τους και ξένους ότι η ιστορία τους είναι γεμάτη σύμβολα, η πράξη αυτή τους δείχνει πιο απλά και συγκεκριμένα τον πραγματικό χαρακτήρα του ελληνικού λαού, την πιο βαθιά του αρετή, όπως τουλάχιστον εμφανίζεται στις κρίσιμες στιγμές της ιστορίας του, που είναι η |αξιοπρέπεια|.

Ο ελληνικός λαός και τα στρατευμένα παιδιά του, αναλαμβάνοντας ολόψυχα, ομόθυμα (εδώ οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες) και |ανυστερόβουλα| τον άνισο αγώνα διαισθάνονταν ότι η διάρκειά του και οι προεκτάσεις του ήταν απροσδιόριστες για την Ελλάδα και ότι το περιεχόμενό του υπερέβαινε κατά πολύ τη σημασία ενός απλού πολιτικού γεγονότος.

Ο ιστορικός του μέλλοντος, που με τη βοήθεια της προοπτικής του χρόνου θα θεωρήσει με μεγαλύτερη σαφήνεια τις μεγάλες ενότητες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, θα δείξει νομίζω, ότι η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί τομή χαρακτηριστική που σημαίνει το τέλος μιας ολόκληρης περιόδου, που αρχίζει από το 1909, και την απαρχή μιας καινούργιας περιόδου.

Τα γενικά χαρακτηριστικά της νέας αυτής εποχής, αν και ακόμη θαμπά και χωρίς ολοκλήρωση, υπάρχουν ήδη και λειτουργούν για όποιον θέλει να τ αναζητήσει και να συνθέσει σ ένα προσωρινό έστω σχήμα, μελετώντας προσεκτικά χωρίς φόβο και χωρίς πάθος τα επιμέρους γεγονότα μιας επικής και τραγικής μαζί πραγματικότητας, μέσα στην οποία το έθνος έζησε επί μία περίπου τεσσαρακονταετία και από την οποία μόλις στα τελευταία πρόσφατα χρόνια προσπαθεί να ξεφύγει και, με τη σταθεροποίηση των δημοκρατικών δυνάμεων, να δημιουργήσει μια ομαλή εθνική ζωή.

Είναι, πράγματι, βαρύ λάθος και παραχάραξη της εθνικής μας ιστορίας, αν επιμένουμε να αγνοούμε ότι το πραγματικό νόημα στην περίοδο που αρχίζει με τον Οκτώβρη του 40, και συνεχίζεται στα κατοχικά και μετακατοχικά χρόνια είναι, για την τεράστια πλειοψηφία του ελληνικού λαού, ενιαίο και έχει διπλό χαρακτήρα, εθνικό μαζί και κοινωνικοπολιτικό: απόκρουση της εξωτερικής απειλής εναντίον της εθνικής ακεραιότητας και μαζί αντίσταση εναντίον κάθε φασιστικής απειλής και η εξασφάλιση για την Ελλάδα μιας ανεξάρτητης από οποιαδήποτε εξωτερική επέμβαση δημοκρατικής πολιτικής και κοινωνικής ζωής.

Αυτόν τον διπλό χαρακτήρα είχε ο αλβανικός πόλεμος, τον ίδιο χαρακτήρα και η συνέχειά του, το αντιστασιακό ελληνικό κίνημα, ένα από τα βαθύτερα της Ευρώπης.

Οι ιδιαίτερες συνθήκες της Ελλάδας, έκαναν ώστε το μεγαλειώδες αυτό αντιστασιακό κίνημα να μην μπορέσει να διατηρήσει την αρχική του ενότητα και να διασπαστεί στην Ελλάδα και έξω από την Ελλάδα, σε αντιμαχόμενες αντιστασιακές οργανώσεις -ΕΑΜ, ΕΔΕΣ, ΕΚΚΑ- που έφτασαν ως τον εμφύλιο πόλεμο.

Δεν πρόκειται να επιχειρήσω εδώ τη βαθύτερη εξήγηση του φαινομένου ούτε τη δύσκολη κατανομή ευθυνών. Θα θυμίσω απλώς ότι η περίοδος για την οποία μιλάμε εδώ αρχίζει σε μια, έστω και φαινομενική, αντίφαση: Μια χώρα με φιλοφασιστικό καθεστώς παίρνει μέρος στο πλευρό των αντιφασιστικών δυνάμεων, στον αγώνα τους εναντίον του φασισμού. Εδώ ίσως βρίσκεται η βάση της εξήγησης της διάσπασης: Η πολιτική ζωή, που είχε σταματήσει στη διάρκεια της δικτατορίας του 36-40, αντανακλώντας τον επιταχυνόμενο ρυθμό της κοινωνικής εξέλιξης της χώρας, ξαναρχίζει δεμένη αξεδιάλυτα με την εθνική αντίσταση.

Γιατί στην παραπάνω περίοδο είχαν συντελεστεί βασικές οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές μεταβολές στην Ελλάδα που συντελούν στη βαθμιαία αποδιάρθρωση των παλαιότερων κοινωνικών και πολιτικών δομών από την απαρχή νέων διαρθρώσεων.

Οι επενέργειες των αποδιαρθρωτικής και αναδιαρθρωτικής αυτής πορείας και οι συνέπειές τους στην κοινωνική και πολιτική ζωή εμφανίστηκαν με όλη τους την ένταση σε μια στιγμή γενικής κρίσης, όπως ήταν η περίοδος της κατοχής από τις φασιστικές δυνάμεις. Ο ρυθμός επιταχύνεται, η συνειδητοποίηση των αντιθέσεων που λειτουργούν από παλαιότερα πλαταίνει, επεκτεινόμενη σε όλο και μεγαλύτερα κοινωνικά στρώματα του ελληνισμού και βαθαίνει φτάνοντας ίσως σε οριακά σημεία. Και για την όξυνση αυτή, που οδήγησε στον εμφύλιο πόλεμο, οι επεμβάσεις αντιφατικών εξωελληνικών παραγόντων δεν είναι ξένες.

Όπως κι αν έχει το ζήτημα τα καινούργια στοιχεία, κοινωνικά, πολιτικά και πολιτιστικά, που μορφοποιούνται σιγά σιγά και γίνονται ολοένα και πιο συνειδητά στο διάστημα του πολέμου, στα χρόνια της ξένης κατοχής και της μετακατοχικής περιόδου μπορούν να συνοψιστούν στις κάτωθι προτάσεις:

Η βαθιά μεταβολή στον συσχετισμό των δυνάμεων στον χώρο της Ανατολικής Μεσογείου είναι φανερή και στον πιο επιπόλαιο παρατηρητή.

Η αποφασιστική είσοδος των Ηνωμένων Πολιτειών δίπλα στις παλιές ευρωπαϊκές δυνάμεις που μ επικεφαλής τη Μεγάλη Βρετανία, καθόριζαν ως τον τελευταίο πόλεμο τη στάση των μικρών κρατών στο ταραγμένο τούτο τμήμα της γης, αλλάζει το παιχνίδι. Εφόσον μάλιστα η νέα αυτή υπερδύναμη βρίσκεται σε αντίθεση σε πολλά σημεία με τους ίδιους τους πρώην ή νυν συμμάχους της, ιδιαίτερα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Το αποτέλεσμα είναι αυτονόητο: οι αντιθέσεις αυτές κλονίζουν την προπολεμική ισορροπία των δυνάμεων, που ύστερα από τόσες προσπάθειες τα δυτικά ευρωπαϊκά κράτη είχαν πετύχει στον τομέα τούτο, από τις αρχές κυρίως του 20ού αιώνα, και καθιστούν την πίεσή τους στους λαούς της Ανατολικής Μεσογείου, λιγότερο αποτελεσματική. Η προπολεμική πολιτική στατική αντικαθίσταται τώρα με τη δυνατότητα μιας δυναμικής ρευστότητας και ευρύτερων περιθωρίων στις επιλογές της εξωτερικής εθνικής πολιτικής.

Οι περιπτώσεις του Ισραήλ, της Συρίας, της Αιγύπτου, της βορείου Αφρικής γενικά, το Κυπριακό ζήτημα, όσο κι αν το καθένα έχει το δικό του ειδικό βάρος και τη δική του προβληματική, βρίσκονται σε άμεσο συσχετισμό και δείχνουν ακριβώς ότι η κατεύθυνση της πολιτικής των μεσογειακών λαών από τη μία ή την άλλη δύναμη ή υπερδύναμη γίνεται περισσότερο δύσκολη από άλλοτε.

Παράλληλα, η ριζική αλλαγή των πολιτικών και κοινωνικών καταστάσεων που ο τελευταίος πόλεμος επέφερε στη βόρειο βαλκανική, δίνει για την Ελλάδα στον παράγοντα τούτο ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα στον παράγοντα τούτο ιδιαίτερη σημασία. Η Ελλάδα, χώρα βαλκανική και μεσογειακή μαζί, ξαναβρίσκει την έστω και θεωρητική για μερικούς δυνατότητα, που οι τελευταίες όμως εξελίξεις δείχνουν ότι μπορεί να γίνει πραγματικότητα, να παίξει για άλλη μια φορά στην ιστορία της τον προνομιακό αλλά και δύσκολο ιστορικό της ρόλο. Μπορεί να γίνει σημείο επαφής σε δυο διαφορετικά συγκροτήματα κι όχι σημείο σύγκρουσης.

Το ουσιαστικό περιεχόμενο του προβλήματος που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, για την τοποθέτησή της ανάμεσα σε δύο διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά συγκροτήματα με τα οποία πλέον γειτονεύει άμεσα, δεν ταυτίζεται με καμία προηγούμενη κατάσταση, όσο κι αν μερικές πλευρές της θυμίζουν παλαιότερες καταστάσεις.

Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που η Ελλάδα βρίσκεται ανάμεσα σε διαφορετικές επιρροές, αλλά τα παλαιά σχήματα της ελληνικής πολιτικής ζωής με το ρωσικό, γαλλικό ή αγγλικό κόμμα, ή η πιο πρόσφατη διαίρεση σε γερμανόφιλους ή αγγλόφιλους δεν έχουν καμία σχέση με το νόημα της σημερινής πραγματικότητας.

Το βάρος της πολιτικής ζωής, ακόμη και της εσωτερικής έπεφτε, στις εξωτερικές επιρροές. Οι πόλοι έλξης των ντόπιων πολιτικών κομμάτων που μοιράζονταν την αρχή ήταν περισσότερο τα ξένα πολιτικά συγκροτήματα και λιγότερο οι εσωτερικές κοινωνικές δυνάμεις που εκφράζονταν με τα πολιτικά κόμματα. Συνέπειες, ο προσωποπαγής του χαρακτήρας και η ουσιαστική απουσία από την πολιτική ζωή της χώρας του ελληνικού λαού που δεν ενεργούσε παρά σαν ψηφοφόρος πολιτικών συγκροτημάτων, χωρίς σταθερές αρχές και κυρίως χωρίς συνέπεια.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι τα κοινωνικά προβλήματα και ο κοινωνικός αγώνας δεν υπήρχαν στην Ελλάδα. Απλώς σημαίνει ότι η συνειδητοποίησή τους ήταν ακόμη εξαιρετικά θαμπή και αξεδιάλυτα μπλεγμένη με το εθνικό πρόβλημα, κεντρικό σημείο του μεγαλύτερου μέρους τους εποχής 1900-1940.

Ο ιδιαίτερος χαρακτήρας της άρχουσας τάξης στην Ελλάδα, που όπως όλες σχεδόν οι διευθυντικές κοινωνικές ομάδες των οικονομικά υπανάπτυκτων λαών της περιφέρειας δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε ν ανεξαρτητοποιηθεί από τις κεντρικές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, ή πάντοτε διστακτική της στάση απέναντι των λαϊκών κινημάτων έδωσε στην πολιτική και πνευματική ζωή της χώρας τον αβέβαιο και αντιφατικό πολλές φορές δρόμο που ξέρουμε.

Οι αξιόλογες προσπάθειες που δεν έλειψαν και στην εποχή του μεσοπολέμου οδηγούσαν συχνά σε αδιέξοδα.

Όταν οι νέες δυνάμεις, που η κοινωνική εξέλιξη έφερε στο προσκήνιο της ιστορίας, άρχισαν στα πρόθυρα του τελευταίου πολέμου να βεβαιώνουν την παρουσία τους στην ελληνική πολιτική ζωή, επιβάλλοντας την πρώτη ελληνική δημοκρατία και δίνοντας στους αδιαμόρφωτους ακόμη κοινωνικούς αγώνες πολιτική μορφή με τον σχηματισμό κομμάτων με σοσιαλιστικά προγράμματα, η δικτατορία του 36 με την ενίσχυση ντόπιων και ξένων δυνάμεων σταμάτησε κάθε ομαλή πολιτική ζωή.

Η 28η Οκτωβρίου του 1940, που τόνισε τον αντιφασιστικό χαρακτήρα του πολέμου, η κατοχή, η αντίσταση και οι καταστροφικοί εμφύλιοι πόλεμοι όξυναν σε υπέρτατο σημείο τα κοινωνικά προβλήματα. Κι αυτό είναι ένα άλλο καινούργιο στοιχείο της νέας περιόδου.

Το κοινωνικό πρόβλημα γίνεται περισσότερο συνειδητό, όχι μόνο για ένα μικρό κύκλο πρωτοπορίας, αλλά και για τα πιο πλατιά στρώματα του ελληνισμού.

Από δω και πέρα, το κεντρικό πρόβλημα της ελληνικής ιστορίας δεν είναι πολιτικό ή εθνικό, αλλά κοινωνικό. Αποτέλεσμα, η προβολή και τονισμένη θέση στην ελληνική πολιτική ζωή του εσωτερικού παράγοντα. Για πρώτη ίσως φορά στη νεότερη ιστορία μας, ο ελληνικός λαός δεν ενεργεί σαν απλός ψηφοφόρος αλλά σαν συνειδητός ελεγκτής της δημόσιας ζωής του τόπου.

Το εθνικό ζήτημα τίθεται βέβαια ακόμη. Το πρόβλημα της Κύπρου αποτελεί μια από τις κυριότερες εκφράσεις του. Οι τουρκικές απειλές, αντιπερισπασμοί των τουρκικών κυβερνήσεων που είναι ανίκανες να λύσουν τα εσωτερικά τους οξύτατα κοινωνικά προβλήματα, μας φέρνουν πίσω σε άλλες εποχές, στον 19ο και στις αρχές του 20ού αιώνα.

Για την Ελλάδα όμως, ο χαρακτήρας του εθνικού προβλήματος είναι διαφορετικός από τις παλιές εθνικές εκδηλώσεις, που παρ όλη τη γνησιότητά τους καταντούσαν απλοί εσωτερικοί αντιπερισπασμοί ή περιβεβλημένοι με την αχλύ της Μεγάλης Ιδέας, κατέληγαν συχνά σε οδυνηρές περιπέτειες και χώριζαν τον ελληνισμό.

Το πρόβλημα της Κύπρου και η αντιμετώπιση των τουρκικών απειλών γίνονται σήμερα σημεία επαφής ολόκληρου του ελληνισμού, υπεράνω πολιτικών ή κοινωνικών αντιθέσεων, και δείχνουν την ωριμότητα και την ψυχραιμία ενός λαού στην αντιμετώπιση των εθνικών του ζητημάτων.

Όλα τα παραπάνω στοιχεία, που ελλιπέστατα και ελλειπτικά και με πολλά κενά διατυπώθηκαν, συγκλίνουν σ ένα κοινό αποτέλεσμα και δημιουργούν ένα καινούργιο πνευματικό και πολιτικό κλίμα στην Ελλάδα.

Τα κύρια χαρακτηριστικά του είναι η ανάπτυξη ενός πνεύματος ανεξαρτησίας, που επεκτείνεται στην πολιτική και πολιτισμική ζωή, κι ενός γνήσιου πατριωτισμού που δεν μοιάζει καθόλου με τις αλλοπρόσαλλες και πολλές φορές θεατρικές εκδηλώσεις ενός Περικλή Γιαννόπουλου, ή με την αποκλειστικότητα και τη στενότητα του ορίζοντα ενός Ίωνα Δραγούμη, παρ όλη την ειλικρίνεια και την ευγένεια που χαρακτηρίζει τη σκέψη του. Γιατί βέβαια, δεν μπορεί να γίνει λόγος εδώ για τις άδειες και ύποπτες κραυγές της Ελλάδας των "Ελλήνων Χριστιανών", για τις οποίες ο μεγάλος μας Σεφέρης έχει γράψει τους γνωστούς στίχους στους οποίους δίνει την επιγραφή:

Από βλακεια

Ελλάς~ πυρ! Ελλήνων πυρ~ Χριστιανών~ πυρ!

Τρεις λέξεις νεκρές.

Γιατί τις σκοτώσατε;

Οι στίχοι γράφτηκαν το 1968 (|Τετράδιο Γυμνασμάτων Β| σ. 103).

Με άλλα λόγια, βρισκόμαστε για άλλη μια φορά στην Ελλάδα σε μια προσπάθεια πνευματικής αναθεώρησης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε φορά που το έθνος βρίσκεται σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας του αισθάνεται την ανάγκη να μελετήσει τον εαυτό του, την ανάγκη ενός "γνώθι εαυτόν" και οι στιγμές αυτές συμπίπτουν με μια γενική τάση προς αναγέννηση, με μια άνοδο κι ένα νέο ξεκίνημα.

Κάθε νεοελληνικό ξεκίνημα συνδέεται με την ανασκόπηση της ιστορίας μας και την ενδοσκόπησή μας.

Τέτοια ήταν η ώρα του 21, τέτοια είναι η ώρα του 1900-1920. Τέτοια είναι η σημερινή μας ιστορική στιγμή.

Ο τελευταίος πόλεμος ανάγκασε τους Έλληνες για πρώτη φορά στην ιστορία τους ν αναμετρηθούν με ολόκληρο τον πολιτισμένο κόσμο, είτε σαν σύμμαχοι είτε σαν αντίπαλοι. Στο αναμέτρημα αυτό οι αρετές του λαού μας τονίστηκαν πιο καθαρά.

Η αντίστασή του εναντίον κατακτητών με πολιτισμό ανώτερο από τον δικό μας, τους έδωσε για πρώτη φορά στη νεοελληνική ιστορία μια τέτοια αυτοπεποίθηση. Έτσι και τώρα ξαναπαρουσιάστηκε η ίδια ανάγκη αυτοανάλυσης και αυτογνωσίας. Μα αυτή τη φορά περισσότερο βαθιά και ριζική.

Ο ελληνισμός δεν θέλει μονάχα, όπως ήταν το κύριο αίτημα των παλαιότερων τάσεων, ν ανακαλύψει την ιστορική του συνέχεια, θέλει ακόμη να δει τι ο ίδιος τυχόν δημιούργησε και τι είναι ικανός να δημιουργήσει~ όχι μόνο να δει τα στοιχεία που τον δένουν με το παρελθόν, αλλά και ποια είναι τα στοιχεία που τον ξεχωρίζουν από το παρελθόν και του προετοιμάζουν το μέλλον. Τι είναι το καινούργιο, το καθαρά νεοελληνικό δημιούργημα.

Εκείνο που ζητάμε σήμερα είναι να ξεχωρίσουμε την αυτοτελή μας ύπαρξη, ξεχωρίζοντάς την από τις προηγούμενες μορφές της ιστορικής ύπαρξης του λαού μας.

Η μελέτη της παράδοσης θα μας βοηθήσει να δούμε τι χρωστάει το σημερινό ελληνικό έθνος στην κλασική Ελλάδα, στο Βυζάντιο, στη Δύση, αλλά και τι ζει μέσα του από τους πολιτιστικούς αυτούς σχηματισμούς. Όχι για να ταυτιστεί μαζί τους, ή με τον καθένα χωριστά απ όλα αυτά τα πολιτισμικά συγκροτήματα ή μ ένα τεχνητό εκλεκτικό και επομένως συμβατικό σχήμα που είναι έξω από την πραγματικότητα και τη ζωή, αλλά ίσα ίσα για να διαχωριστεί απ όλα αυτά και να γνωρίσει τα καινούργια ζωντανά σπέρματα που οι σημερινοί Έλληνες κλείνουν μέσα τους και ν αναπτύξει έτσι δική του αυτοτελή ζωή.

Το ιδανικό, που οι θαρραλέες έστω κι αν ακόμη αδέξιες προσπάθειες προβάλλουν σήμερα στους Έλληνες, είναι να φτάσουμε σε έναν ελληνισμό που δεν θα έχει ανάγκη ούτε να ταυτιστεί με μια μερίδα του πολιτισμένου κόσμου για να διαλυθεί μέσα σ αυτή την ταύτιση σαν μια μικρή πνευματική επαρχία, χωρίς αυτοτέλεια φωνής, ούτε να επιχειρεί να σβήσει τον άλλο κόσμο, κλείνοντας τα μάτια και μένοντας με την ψευδαίσθηση ότι καταφάσκει έτσι τον εαυτό του.

Σ έναν ελληνισμό που, μένοντας γερά στον ξερό και καθαρό βράχο του, ν αντικρίζει με θάρρος και αυτοπεποίθηση, σαν έθνος υγιές, τον κόσμο φιλικό.

Η 28 Οκτωβρίου 1940 σημειώνει την είσοδο του ελληνισμού στην ανδρική του υπεύθυνη ηλικία.

* Ομιλία στη συγκέντρωση της Ελληνικής Κοινότητας Παρισίων και Περιχώρων, στις 27 Οκτωβρίου 1979, στο Hotel Lutetia 47 brd, Raspail, Paris. Δημοσιεύθηκε στα ΑΝΑΛΕΚΤΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ και ΙΣΤΟΡΙΟΓΡΑΦΙΑΣ εκδ. Θεμέλιο, 1982.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι