Πλήγμα στους μύθους του νεοφιλελευθερισμού

Ανρί Βεμπέρ, Βιβλιοθήκη, Ελευθεροτυπία, 24/10/2008

Η πρωταρχική αιτία -όσο και αν είναι μακρινή- της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης που ζούμε είναι ιδεολογική. Στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, η οποία επί μακρόν είχε θεωρηθεί αναξιόπιστη και είχε περιθωριοποιηθεί μετά τη Μεγάλη Υφεση της δεκαετίας του 1930, επέστρεψε δυναμικά. Η κριτική της αποτυχίας του κράτους και της γραφειοκρατίας του επισκίασε την κριτική για τις αδυναμίες της αγοράς. Στη σύγχρονη μορφή του, ο νεοφιλελευθερισμός βασίζεται σε δύο αξιώματα. Το πρώτο υποστηρίζει ότι το ελεύθερο παιχνίδι των αγορών επιτρέπει την καλύτερη κατανομή των πόρων και την άριστη ανάπτυξη της οικονομίας. Το δεύτερο, ότι οι αγορές είναι προικισμένες με ικανότητες αυτορύθμισης, που καθιστούν την παρέμβαση της δημόσιας εξουσίας στην οικονομική ζωή όχι μόνον ανώφελη, αλλά ακόμα και ζημιογόνο. Στο όνομα αυτών των πεποιθήσεων οι νεοφιλελεύθεροι κήρυτταν εδώ και τριάντα χρόνια την απόσυρση του κράτους από την οικονομική και κοινωνική ζωή, την αναδίπλωσή του στις λειτουργίες της διατήρησης της εσωτερικής και εξωτερικής ασφάλειας. Στο όνομα αυτών των πεποιθήσεων εγκωμίαζαν την ιδιωτικοποίηση των δημόσιων υπηρεσιών και την επέκταση των εμπορευματικών σχέσεων στους περισσότερους τομείς της κοινωνικής δραστηριότητας.

Οι Γάλλοι σοσιαλιστές ποτέ δεν συμμερίστηκαν αυτό το «πιστεύω». Ποτέ δεν πίστεψαν ότι οι αγορές ήταν πάντοτε καλύτερα πληροφορημένες από τους πολιτικούς, ότι οι επιχειρηματίες ήταν πάντοτε ευφυέστεροι από τους δημόσιους λειτουργούς. Γι’ αυτό τους συνόδευε -και τους συνοδεύει ακόμα- μια σταθερή φήμη ότι είναι οπισθοδρομικοί και κρατολάτρες. Αυτοί που τους κατηγορούσαν -ενάντια σε όλα τα προφανή δεδομένα- ότι απορρίπτουν την οικονομία της αγοράς, τους κατηγορούσαν στην πραγματικότητα ότι απορρίπτουν τα αξιώματα του νεοφιλελευθερισμού και τις πολιτικές που απορρέουν από αυτά. Ολοι αυτοί θα πρέπει επιτέλους να κατεβάσουν τους τόνους. Τριάντα χρόνια φιλελευθεροποίησης, απορυθμίσεων, ιδιωτικοποιήσεων, υπό την εξουσία των Ηνωμένων Πολιτειών και των μεγάλων πολυεθνικών, καταλήγουν σήμερα στη σοβαρότερη οικονομική κρίση που γνώρισε ο καπιταλισμός μετά το 1929. Οταν διαμαρτυρόμασταν ενάντια στην υπερβολική φιλελευθεροποίηση και την υπερτροφία των χρηματοπιστωτικών αγορών, όταν προειδοποιούσαμε για τα κρυφά λογιστικά στοιχεία που καθιστούσαν δυνατή την παράκαμψη των ελέγχων, όταν ξεσηκωνόμασταν ενάντια στη διάδοση των φορολογικών παραδείσων, μας απαντούσαν με συγκατάβαση ότι η πληθωρική δημιουργικότητα της χρηματοπιστωτικής βιομηχανίας επέτρεπε τη διασπορά των κινδύνων σε εκατοντάδες εκατομμύρια οικονομικών παραγόντων και εξαιτίας αυτού του γεγονότος απέκλειε ένα τραπεζικό κραχ. Στην πραγματικότητα, τα όλο και πιο περίπλοκα παράγωγα προϊόντα δημιουργούσαν τις προϋποθέσεις μιας γενικευμένης κρίσης εμπιστοσύνης στη φερεγγυότητα του συστήματος.

Σήμερα, για να αποτρέψουν την κατάρρευση, οι δυτικές κυβερνήσεις εθνικοποιούν μαζικά τις ζημιές και υποχρεώνουν τους φορολογουμένους να πληρώσουν τα εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια που σπαταλήθηκαν από τις μικρές ιδιοφυΐες του χρηματοπιστωτικού τομέα. Ο νεοφιλελεύθερος μύθος για τις ικανότητες των αγορών για αυτορύθμιση δέχτηκε ένα πλήγμα. Το ίδιο και το συνακόλουθο πόρισμα για την αναγκαία απόσυρση του κράτους. Οι νεοφιλελεύθεροι εμφανίζονται αυτοί που αληθινά είναι: ιδεολόγοι που στιγματίζουν την κρατική παρέμβαση στις περιόδους των παχιών αγελάδων και που απαιτούν, αντιθέτως, τη μαζική κρατική υποστήριξη, όταν έρχονται καταιγίδες που τις προκάλεσαν οι πολιτικές τους.

Η ιδέα ότι ο κόσμος υποφέρει από μια έλλειψη και όχι από μια υπερβολική δόση οργάνωσης, ότι πρέπει να επεξεργαστούμε νέους κανόνες λειτουργίας της παγκόσμιας οικονομίας και να οικοδομήσουμε τις διεθνείς οργανώσεις που είναι ικανές να εξασφαλίσουν την εφαρμογή τους, θα γνωρίσει και πάλι μεγάλη απήχηση. Αν θέλουν να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να ωφεληθεί από αυτό η ακροδεξιά, οι σοσιαλιστές οφείλουν να ενσαρκώσουν την επιστροφή της δημόσιας εξουσίας στην οικονομική και κοινωνική ζωή σε όλα τα επίπεδα. Αυτό ισχύει στο δημοτικό και περιφερειακό επίπεδο (οικονομική αναδιάρθρωση και επανένταξη των ανέργων) αλλά και στο εθνικό (ανάπτυξη της εκπαίδευσης και της έρευνας, εξειδίκευση της οικονομίας μας στις βιομηχανίες αιχμής και στις υπηρεσίες με υψηλή προστιθέμενη αξία, προώθηση των υπηρεσιών στα πρόσωπα). Στο ευρωπαϊκό επίπεδο -που είναι αποφασιστικό- οι σοσιαλιστές πρέπει να επιβάλουν έναν συντονισμό της οικονομικής πολιτικής των κρατών - μελών, την ενεργοποίηση μιας πολιτικής μεγάλων έργων στις διηπειρωτικές υποδομές και την προώθηση κοινών πολιτικών στην ενέργεια, στην έρευνα και στην άμυνα. Στο διεθνές επίπεδο, τέλος, οφείλουν να προτείνουν τη δημιουργία ενός συμβουλίου οικονομικής ασφαλείας στο πλαίσιο του ΟΗΕ, ο ρόλος του οποίου θα είναι να αποτρέπει προληπτικά τις κρίσεις ή τουλάχιστον να περιορίζει το εύρος τους.

Για να θέσουμε ένα τέρμα στον πολλαπλασιασμό των οικονομικών κρίσεων θα πρέπει να ενισχύσουμε τους κανόνες σύνεσης και τα συστήματα ελέγχου των αγορών. Να δημιουργήσουμε δημόσιες υπηρεσίες εποπτείας και ελέγχου. Να μεταρρυθμίσουμε τους λογιστικούς κανόνες αγγλοσαξονικής έμπνευσης που υιοθετήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ενωση το 2002 και που αποκαλύφθηκε ότι ευνοούν την περιοδική εμφάνιση των κρίσεων. Να μεταρρυθμίσουμε τον τρόπο αμοιβής των χρηματοπιστωτικών παραγόντων, που τους ωθεί σήμερα να αναλαμβάνουν υπερβολικά ρίσκα. Να θεσμοθετήσουμε έναν Ευρωπαίο επιθεωρητή.

Το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα τάσσεται υπέρ μιας κοινωνικής και οικολογικής οικονομίας της αγοράς, δηλαδή υπέρ μιας οικονομίας με επιχειρηματική ελευθερία, που ρυθμίζεται από τη δημόσια εξουσία και τους κοινωνικούς εταίρους. Το νέο ιδεολογικό πλαίσιο θα είναι όλο και πιο ευνοϊκό σε αυτό το σχέδιο. Σε μας ανήκει το καθήκον να ορίσουμε επακριβώς το περιεχόμενό του και τα μέσα του.

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι