Σοσιαλδημοκρατία και Αριστερά στην Ευρώπη

Γεράσιμος Μοσχονάς, Συνέντευξη στον Γιάννη Μπαλαμπανίδη, Κυριακάτικη Αυγή, 29/11/2009

* Ξεκινώντας, ήθελα να σας ρωτήσω κατά πόσον πιστεύετε ότι η γενικότερη εκλογική κρίση της σοσιαλδημοκρατίας, αλλά και τα ενδεικτικά αποτελέσματα των τελευταίων ευρωεκλογών καθώς και των εθνικών εκλογών στη Γερμανία και την Πορτογαλία προμηνύουν μια στροφή της σοσιαλδημοκρατίας, έστω και για λόγους εκλογικής επιβίωσης;

* Οι ευρωεκλογές έδειξαν κάτι πολύ κρίσιμο: ότι πολλά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα πλησιάζουν επικίνδυνα τη ζώνη της μη κυβερνησιμότητας. Στις ευρωεκλογές βέβαια πάντα τα μεγάλα κόμματα φέρνουν κατώτερα αποτελέσματα από εκείνα των βουλευτικών, όμως για πρώτη φορά είχαμε τόσο χαμηλές εκλογικές επιδόσεις. Η σοσιαλδημοκρατία, στην ουσία, έχει αλλάξει εκλογική ζώνη. Είναι πια μία μικρότερη δύναμη σε σχέση με το παρελθόν. Παραμένει μια μεγάλη δύναμη αλλά, σε ορισμένες χώρες, θα τη χαρακτήριζα ως μια μικρή μεγάλη δύναμη.

Μια πιο μικρή σοσιαλδημοκρατία (και το λάθος του ΣΥΡΙΖΑ)

Αυτό μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε από τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, όπου από το 1950 μέχρι σήμερα έχει χάσει περίπου το 20% της δύναμής της, ή σε απόλυτα μεγέθη γύρω στις 6,5 μονάδες. Φανταστείτε το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ʼ70 και του ʼ80 με συστηματικά κατά μέσο όρο 6,5 μονάδες λιγότερο. Το ενδιαφέρον σε αυτή την πτωτική πορεία, από την οποία εξαιρούνται μόνο οι χώρες του Νότου, είναι η συστηματικότητά της. Κάθε δεκαετία είναι χειρότερη από την προηγούμενη, και οι δύο τελευταίες δεκαετίες, του ʼ90 και κυρίως του 2000, είναι με διαφορά οι χειρότερες. Συνεπώς, η εκλογική δυναμική της πλησιάζει το σημείο συναγερμού.

* Φαίνεται να ενισχύονται δυνάμεις στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας, που της ασκούν σημαντική πίεση: στην Πορτογαλία η σοσιαλδημοκρατία δεν μπορεί κυβερνήσει χωρίς την ψήφο ανοχής της Αριστεράς, στη Γερμανία το ίδιο συνέβη σε τοπικό επίπεδο…

* Η κρίση της σοσιαλδημοκρατίας έχει μια τέτοια συστηματικότητα, και ως προς τους χρονικούς ρυθμούς και ως προς την έκτασή της, που δημιουργεί ένα κενό στα αριστερά της, το οποίο τείνουν να καταλάβουν είτε δυνάμεις που προέρχονται από το χώρο της ριζοσπαστικής Αριστεράς είτε από το χώρο των Οικολόγων-Πράσινων. Κατά τεκμήριο, ο κύριος ωφελημένος δεν είναι η ριζοσπαστική Αριστερά αλλά τα οικολογικά κόμματα. Όμως, τουλάχιστον σε ορισμένες περιπτώσεις, είναι φανερό ότι η ριζοσπαστική Αριστερά κερδίζει δυνάμεις. Η επιτυχία της πρέπει να ενταχθεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο -- έχουμε και την επέτειο της κατάρρευσης του Τείχους και της μεγάλης ηθικής και ιδεολογικής απονομιμοποίησης του αριστερού εγχειρήματος. Στο πλαίσιο αυτό, οι επιτυχίες της αποκτούν μεγαλύτερη αξία. Προς το παρόν είναι σκόρπιες, έχουν αποσπασματικό χαρακτήρα και δεν συγκροτούν ένα ενιαίο ευρωπαϊκό ρεύμα. Αλλά η επιστημονική κατανόηση της δυναμικής ενός χώρου στηρίζεται πάντα σε αποσπασματικές ενδείξεις. Όταν ένας πολιτικός χώρος έχει αποκτήσει πανευρωπαϊκή εμβέλεια, όταν το ρεύμα έχει πια καταγραφεί και το αναγνωρίζουν οι πάντες, τότε δεν χρειάζονται περισπούδαστες αναλύσεις για να διαπιστώσουν το προφανές.

Σε ορισμένες χώρες, η ριζοσπαστική Αριστερά έλαβε ποσοστά που δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί, όπως στη Σουηδία, το 1998, όταν το Αριστερό Κόμμα έφτασε το 12%, στην Ολλανδία, που το 2006 έλαβε το 16,6% (άσχετα αν στις ευρωεκλογές το κόμμα σημείωσε σημαντική υποχώρηση), στη Γερμανία πρόσφατα με το 11,9% -- και αναφέρομαι μόνο σε χώρες που δεν έχουν ισχυρή μεταπολεμική κομμουνιστική παράδοση. Αυτά όλα είναι ενδείξεις ότι κάτι συντελείται με επίκεντρο τη ριζοσπαστική Αριστερά και γύρω της, ότι υπάρχει μια υπόγεια δυναμική που κάποιες στιγμές εκρήγνυται και κάποιες υποχωρεί ή παραμένει έρπουσα.

Είναι υπόθεσή μου, μια υπόθεση που στηρίζεται στην ιστορική μελέτη των εκλογικών αποτελεσμάτων στην Ευρώπη, ότι υπάρχει ένα σαφώς ευνοϊκό εκλογικό πεδίο για τις δυνάμεις στα αριστερά της σοσιαλδημοκρατίας. Νομίζω ότι τα υψηλά δημοσκοπικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ εντάσσονταν σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο. Φυσικά υπήρχε μια ευνοϊκή συγκυρία για τον ΣΥΡΙΖΑ (η συγκυρία της κρίσης στο ΠΑΣΟΚ), αλλά στην πολιτική και στις εκλογές υπάρχουν πάντα ευνοϊκές συγκυρίες, όπως υπάρχουν και δυσμενείς. Τα δημοσκοπικά ποσοστά του ΣΥΡΙΖΑ, του 15% και του 18%, εάν ενταχθούν σε αυτό το ευρύτερο πλαίσιο της κρίσης της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας, που αφορά πραγματικά και όχι δημοσκοπικά αποτελέσματα, δείχνουν ότι οι δυνατότητες για τη ριζοσπαστική Αριστερά στην Ελλάδα ήταν σημαντικές. Σαφώς υψηλότερες από το 4 ή 5%. Και αυτό που διατύπωσαν πολλά ηγετικά στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ότι δηλαδή «παγιδευθήκαμε στις δημοσκοπήσεις», είναι πολύ μεγάλο λάθος: υπήρχε μια πραγματική ιστορική δυνατότητα που δεν υλοποιήθηκε.

«Εθνική» Αριστερά;

* Η ριζοσπαστική Αριστερά, ξεκινώντας από μια θέση ριζοσπαστικής αντιπολίτευσης και φτάνοντας να θέτει ζήτημα κυβέρνησης, εξουσίας, προσπαθεί να αντλήσει από μια πολιτική και προγραμματική ύλη της σοσιαλδημοκρατίας, την οποία αυτή έχει εγκαταλείψει;

* Ο βέλγoς σοσιαλιστής Ανρί ντε Μαν έλεγε ότι οι κομμουνιστές είναι «δυσαρεστημένοι σοσιαλδημοκράτες». Αυτό σε ένα βαθμό ήταν αλήθεια, υπό την έννοια ότι πέραν του προτάγματος του κομμουνισμού, το οποίο αναφερόταν σε ένα μάλλον μακρινό μέλλον, η κομμουνιστική Αριστερά, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε μεγάλο βαθμό λειτούργησε, σε ό,τι αφορά την οικονομική της πολιτική και τις πολιτικές της προτάσεις, σαν ένα είδος αριστερής σοσιαλδημοκρατίας. Το ίδιο και τα προσκείμενα εργατικά συνδικάτα. Οι κομμουνιστές στη Δύση ήταν συχνά υπέρμαχοι ενός αριστερού κεϋνσιανισμού, πιο εξισωτικού και κρατικιστικού, τον οποίο τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα δεν μπορούσαν να υιοθετήσουν.

Έτσι, αυτό που, ανάμεσα σε πολλά άλλα, διαφοροποιεί την παρούσα ριζοσπαστική Αριστερά από την ιστορική είναι ότι τα παλιά κομμουνιστικά κόμματα ήταν περισσότερο «ακομπλεξάριστα» σε σχέση με το πρόβλημα της εξουσίας, είχαν προτάσεις οικονομικής πολιτικής, είχαν επίσης μια λογική συμμαχιών, είχαν και μια λογική συμμετοχής, άμεσης ή έμμεσης, στις κυβερνήσεις -- μπορούμε να αναφέρουμε τα γνωστά παραδείγματα του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία, της Ενωμένης Γαλλικής Αριστεράς, ή την πολιτική του ΙΚΚ με τον ιστορικό συμβιβασμό. Επιπλέον, έλεγχαν καλύτερα το χώρο του ριζοσπαστισμού, είτε ήταν συνδικαλιστικός είτε κοινωνικός, τον εκπροσωπούσαν πολιτικά και, όχι σπανίως, επεδίωκαν να τον εντάξουν σε μια κυβερνητική προοπτική.

Η σημερινή ριζοσπαστική Αριστερά διαφέρει ριζικά από την παλιά κομμουνιστική Αριστερά σε αρκετά σημεία. Το πρώτο είναι ότι ο χώρος δεν είναι οργανωτικά ενιαίος, αλλά συγκροτεί μια ποικιλόμορφη Αριστερά με πολύ διαφορετικές τάσεις στο εσωτερικό της, χωρίς εσωτερική ιδεολογική συνοχή -- και νομίζω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα εκπροσωπεί καταπληκτικά, θα έλεγα ιδεοτυπικά, αυτή τη νέα κατάσταση, την οποία συναντάμε και σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στο χώρο της σημερινής ριζοσπαστικής Αριστεράς συμμετέχουν ιστορικά ΚΚ, συχνά ορθόδοξα (όπως το ΚΚΕ, το ΚΚ Πορτογαλίας), συμμετέχουν πρώην ΚΚ μετεξελιγμένα, όπως ο Συνασπισμός, δυνάμεις που παλιά δεν είχαν ισχύ, όπως πρώην μαοϊκές οργανώσεις, μετεξέλιξη των οποίων είναι το Σοσιαλιστικό Κόμμα στην Ολλανδία, ή πρώην τροτσκιστικές οργανώσεις, όπως στην περίπτωση της Γαλλίας, δυνάμεις που προέρχονται περισσότερο από τα κινήματα και την οικολογία, και όλα αυτά οικοδομούν έναν χώρο ο οποίος είναι οργανωτικά πλουραλιστικός, στα όρια του κατακερματισμού μερικές φορές, αλλά και ιδεολογικά μη συνεκτικός.

Πρόκειται ακριβώς για «χώρο», όχι για κομματική οικογένεια, ενώ οι ιστορικοί κομμουνιστές συγκροτούσαν κομματική οικογένεια (με την πιο σκληρή έννοια του όρου). Η κρίση του κομμουνιστικού προτάγματος εντείνει τη μη συνοχή του χώρου, οι δε ταξικές αναφορές, οι οποίες είναι λιγότερο στέρεες από εκείνες των ιστορικών ΚΚ, εντείνουν την πολυμορφία του. Συνεπώς, αυτός ο χώρος δυσκολεύεται να ενταχθεί ο ίδιος, ή να εντάξει τις δυνάμεις τις οποίες θέλει να εκπροσωπήσει, σε μια κυβερνητική προοπτική, είτε συνεργασίας με τη σοσιαλδημοκρατία είτε ηγεμονίας στο εσωτερικό της ευρείας Αριστεράς και της χώρας, της κάθε χώρας. Αυτή η νέα ριζοσπαστική Αριστερά --καθώς μάλιστα έχουμε απομακρυνθεί από την περίοδο του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Αντίστασης, όπως επίσης από την «κόκκινη δεκαετία» του 1960 ή, για τις χώρες του Νότου, από την πτώση των δικτατοριών, καθώς δηλαδή έχουμε απομακρυνθεί από εποχές στις οποίες η Αριστερά έπαιξε ή διεκδίκησε «μεγάλους ρόλους»-- δεν συγκροτείται, και δεν θέλει να συγκροτηθεί, ως «εθνική» Αριστερά. Δεν συγκροτείται δηλαδή ως Αριστερά που διεκδικεί ηγεμονία στην κοινωνία και κεντρικό ρόλο στο πολιτικό σύστημα.

Οι μνήμες του παρελθόντος, που συνδέονταν όχι μόνο με τραγικές στιγμές αλλά και με μεγάλες πολιτικές φιλοδοξίες, σιγά σιγά σβήνουν. Η σημερινή Αριστερά δεν είναι --ή τουλάχιστον δεν είναι προς το παρόν-- μια Αριστερά «μεγάλων ρόλων». Ιστορικά, οι μπολσεβίκοι κέρδισαν «την ψυχή και την καρδιά των μαζών». Η σημερινή Αριστερά, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, δεν ενδιαφέρεται για κάτι τέτοιο. Ζει στο εσωτερικό μιας μειοψηφικής κουλτούρας και επίσης μιας μειοψηφικής λογικής. Αναμφίβολα, η ιστορική κατάρρευση του 1989, κυρίως αυτή, έχει συμβάλει σε αυτό το αποτέλεσμα. Η συνύπαρξη επίσης με δυνάμεις που ιστορικά είχαν κουλτούρα «περιθωριακού» ή «μικρού» παίκτη, όπως και με τις λεγόμενες «κινηματικές» δυνάμεις, έχει μεν δώσει φρεσκάδα στο χώρο, του έχει όμως αφαιρέσει πολιτική φιλοδοξία και «εθνικό», με την έννοια του ηγεμονικού, όραμα. Όλες αυτές οι παράμετροι νομίζω ότι διαφοροποιούν καίρια την ευρωπαϊκή ριζοσπαστική Αριστερά του σήμερα από την ιστορική κομμουνιστική Αριστερά.

Λαϊκές τάξεις, Ευρώπη και το σοσιαλδημοκρατικό δίλημμα

* Όπου άσκησε την εξουσία, η σοσιαλδημοκρατία εγκαθίδρυσε κράτος πρόνοιας και μια μορφή κοινωνικής αλληλεγγύης, επικράτησε της επαναστατικής τάσης, αλλά από ένα σημείο κι έπειτα προσχώρησε στο φιλελεύθερο καπιταλιστικό παράδειγμα. Είναι μία από τις αιτίες της κρίσης της σοσιαλδημοκρατίας ότι υλοποίησε το ιστορικό της πρόγραμμα; Και ακόμη, μοιάζει να εξαντλείται η ισχύς της συμμαχίας με τις μεσαίες τάξεις, με την οποία συνδέθηκε η στροφή προς το φιλελεύθερο πρόταγμα;

* Είναι απολύτως σωστό ότι η σοσιαλδημοκρατία έχει υλοποιήσει ένα μεγάλο μέρος του ιστορικού της προγράμματος, το οποίο πήρε τη μορφή του κράτους πρόνοιας στις χώρες της Δύσης, μιας νέας θέσης για την εργατική τάξη στα πολιτικά συστήματα και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, μια νέας θέσης, πολύ πιο ισχυρής, για τον κόσμο των συνδικάτων κλπ. Είναι επίσης βέβαιο ότι στις σημερινές κοινωνίες τα φαινόμενα φτώχειας και κοινωνικής περιθωριοποίησης αναπαράγονται, τάση που λογικά θα έπρεπε να ανανεώσει το ιστορικό σοσιαλδημοκρατικό πρόγραμμα. Μόνο που αυτό δεν συμβαίνει, ανάμεσα σε άλλους λόγους γιατί οι κοινωνικές δυνάμεις που θίγονται από τις νέες ανισότητες, ή συγκροτούνται ως απάντηση σε αυτές, δεν έχουν τη συνοχή της παλαιάς εργατικής τάξης.

Αυτό δημιουργεί ένα τεράστιο πρόβλημα, όχι μόνο στη σοσιαλδημοκρατία αλλά ευρύτερα στην Αριστερά. Επιπλέον, η αριθμητική μεγέθυνση των μεσαίων τάξεων ώθησε τη σοσιαλδημοκρατία σε άνοιγμα προς αυτές. Αυτό δεν ήταν μια στρατηγική εκτός σοσιαλδημοκρατικής παράδοσης, με την έννοια ότι η σοσιαλδημοκρατία είχε πάντα μια πλειοψηφική λογική. Και αν ιστορικά είχε απευθυνθεί στην εργατική τάξη, αυτό δεν οφειλόταν μόνο στο ότι η εργατική τάξη ήταν «αίμα της». Οφειλόταν και στο ότι η εργατική τάξη, μετά τη βιομηχανική επανάσταση, ήταν μια πλειοψηφική ή οιονεί πλειοψηφική δύναμη. Θα προσέθετα ότι η εργατική τάξη της παλιάς εποχής ήταν μια δύναμη οιονεί πλειοψηφική, αφενός, αλλά και μια μοντέρνα δύναμη, αφετέρου, υπό την έννοια ότι ναι μεν ήταν στο κοινωνικό και πολιτικό περιθώριο, αλλά ταυτόχρονα βρισκόταν στο επίκεντρο της οικονομικής ανάπτυξης, στο επίκεντρο της μοντέρνας παραγωγής -- «μοντέρνας» με τους όρους της εποχής εκείνης.

Το γεγονός ότι η σοσιαλδημοκρατία απευθύνθηκε στις μεσαίες τάξεις είναι συμβατό με τον μοντερνιστικό χαρακτήρα του ιστορικού της εγχειρήματος, στο μέτρο που ακριβώς οι μεσαίες τάξεις ήταν συνδεδεμένες περισσότερο με τις σύγχρονες εξελίξεις στον καπιταλισμό. Βεβαίως, μια σύγχρονη εξέλιξη, εξίσου «σύγχρονη» με την προηγούμενη, είναι ακριβώς η διεύρυνση του χώρου που θα ονομάζαμε, στον πληθυντικό πια, λαϊκές τάξεις. Το πρόβλημα για τη σοσιαλδημοκρατία είναι ότι αυτές οι λαϊκές τάξεις δεν έχουν τη συνοχή, άρα δεν έχουν την οικονομική, πολιτική, κοινωνιολογική και πολιτισμική ισχύ που είχε η παλαιά εργατική τάξη. Δεν μπορούν καν να προασπίσουν τον εαυτό τους, όπως μπορούσε στο παρελθόν η εργατική τάξη. Εδώ συναντάμε και το όριο των παλαιών ταξικών σχημάτων, ιδιαίτερα όταν χρησιμοποιούνται άκριτα.

Ένας λόγος λοιπόν που η σοσιαλδημοκρατία απομακρύνθηκε από τις λαϊκές τάξεις ήταν ότι οι λαϊκές τάξεις έπαψαν να είναι τόσο υποσχόμενη εκλογική δεξαμενή. Έπαψαν, γενικότερα, να είναι «ισχυρός» κοινωνικός παίκτης. Ένας δεύτερος λόγος είναι η παγκοσμιοποίηση, και θα προσέθετα η ευρωπαϊκή ενοποίηση, η οποία αποτελεί μια πιο αυστηρή εκδοχή της παγκοσμιοποίησης σε περιφερειακό επίπεδο.

Από τη στιγμή που οι μηχανισμοί της φιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης άναψαν τις μηχανές τους και η ΕΕ απέκτησε χαρακτηριστικά ισχυρού θεσμικού συστήματος, συγκροτήθηκε σε διεθνές επίπεδο μια δυναμική η οποία ήταν εξαιρετικά δύσκολο να αναστραφεί. Και μια φύσει κυβερνητική δύναμη, όπως η σοσιαλδημοκρατία, είχε δύο επιλογές. Η μία ήταν να συγκρουστεί με αυτή τη λογική της παγκοσμιοποίησης αλλά και συγκρότησης της ΕΕ, στην οποία η ίδια άλλωστε είχε συμμετάσχει και συνεισφέρει, και να κινδυνεύσει να βρεθεί επί μακρόν στην αντιπολίτευση και εκτός του ρεύματος της ιστορίας -- η άλλη λογική ήταν να την υιοθετήσει. Ως κυβερνητική δύναμη έκανε τη δεύτερη επιλογή, ανέβηκε στο άρμα της παγκοσμιοποίησης και της συγκρότησης της ΕΕ στη βάση φιλελεύθερων αρχών, και έτσι έχασε μεσοπρόθεσμα το πολιτικό παιχνίδι: είχε σε μια πρώτη φάση πολλές εκλογικές επιτυχίες, αλλά μεσοπρόθεσμα αυτό υπονόμευσε βαθύτατα και τα κοινωνικά της στηρίγματα και την εκλογική δυναμική της. Αν δούμε τα εκλογικά αποτελέσματα, αν ακολουθήσουμε τη λογική των αριθμών, όχι των ιδεών, μπορούμε να πούμε με ασφάλεια ότι η υιοθέτηση των νεοφιλελεύθερων ιδεών σε μια πρώτη φάση ωφέλησε εκλογικά τη σοσιαλδημοκρατία –στο τέλος της δεκαετίας του ʼ90 ήταν η νεοφιλελεύθερη σοσιαλδημοκρατία που κέρδιζε τις εκλογές, αντιθέτως οι αριστερές εκδοχές της σοσιαλδημοκρατίας είχαν συχνά αποτύχει, για παράδειγμα το Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας–, σε μια δεύτερη φάση, όμως, ο νεοφιλελευθερισμός λειτούργησε σαν μια δύναμη η οποία υπονόμευσε δραστικά την εκλογική δυναμική της σοσιαλδημοκρατίας.

Ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και σοσιαλδημοκρατική στρατηγική

* Η επιλογή της σοσιαλδημοκρατίας να «παίξει» εντός της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης τι περιορισμούς σήμαινε για την πολιτική της και για την ικανότητά της να επεξεργαστεί μια νέα στρατηγική;

* Νομίζω ότι η ευρωπαϊκή ενοποίηση μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ʼ80 δεν ήταν σε καμία περίπτωση πραγματικό εμπόδιο για την υλοποίηση σοσιαλδημοκρατικών πολιτικών σε εθνικό επίπεδο. Παρά το γεγονός ότι η Ευρώπη, από τη Συνθήκη της Ρώμης, ήταν μια Ευρώπη συγκροτημένη στη βάση περισσότερο φιλελεύθερων οικονομικά αρχών. Μετά το 1985, με την Ενιαία Αγορά και κατόπιν με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, το κρίσιμο στοιχείο στη συγκρότηση της ΕΕ δεν είναι ο φιλελευθερισμός αλλά η σύνδεση των οικονομικά φιλελεύθερων επιλογών με τη διαμόρφωση ενός σχετικά ισχυρού θεσμικού πλαισίου και μιας σχετικά ισχυρής ευρωπαϊκής κεντρικής πολιτικής εξουσίας.

Οι πολιτικές που επελέγησαν σε μια πρώτη φάση --και επελέγησαν αυτές οι πολιτικές γιατί ήταν οι κυρίαρχες τότε-- υπό κάποια έννοια «κλειδώθηκαν» στο εσωτερικό της ΕΕ. Αυτό κατέστησε πολύ δύσκολη την αλλαγή τους. Αν η «δεύτερη ίδρυση» της ΕΕ λάμβανε χώρα σε κάποια άλλη περίοδο, αν είχαν «κλειδωθεί» σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές, πάλι θα ήταν δύσκολη η αλλαγή τους. Γιατί, για να αλλάξει ο γενικός προσανατολισμός της ΕΕ, απαιτείται να συμφωνήσουν 27 κράτη, η Επιτροπή, το Συμβούλιο, το ευρωκοινοβούλιο, χρειάζεται επίσης να μην υπονομευθεί η νέα κατεύθυνση από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, απαιτείται δηλαδή ένα σύνολο θεσμών και πρωταγωνιστών να κινηθούν προς την ίδια κατεύθυνση, στην ουσία χρειάζεται ένα νέο βασικό consensus. Στην παγκόσμια ιστορία, δεν υπάρχει σύστημα διοίκησης περισσότερο συναινετικό στη λειτουργία του από το σύστημα της ΕΕ.

Αυτό έχει μια πολύ σκληρή συνέπεια, όχι μόνο για τη σοσιαλδημοκρατία αλλά για το σύνολο της Αριστεράς. Με κλειδωμένες τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, με ένα σύστημα που φύσει δεν μπορεί να αλλάξει εύκολα τις πολιτικές του, η αλλαγή της ΕΕ σε μια αριστερή κατεύθυνση γίνεται ιδιαίτερα δύσκολη. Και αυτό αντιμετωπίζει σήμερα και η σοσιαλδημοκρατία, όπου κυβερνάει, και η σοσιαλδημοκρατία του τέλους της δεκαετίας του ʼ90, που είχε την πλειοψηφία στις χώρες της ΕΕ, και η ριζοσπαστική Αριστερά, που επωφελείται κάνοντας εύκολη αντιπολίτευση αλλά δεν μπορεί πραγματικά, αν αύριο της δινόταν η ευκαιρία, να υλοποιήσει τις πολιτικές της εντός του πλαισίου της ΕΕ.

Το πρόβλημα λοιπόν για τη σοσιαλδημοκρατία και για την Αριστερά είναι το εξής: πώς να διατηρήσεις την ευρωπαϊκή σου επιλογή όντας παγιδευμένος σε ένα θεσμικό σύστημα που εμποδίζει τη δική σου πολιτική προοπτική; Ή, διατυπωμένο από μια άλλη σκοπιά: εάν επιλέξεις να φύγεις από την Ευρώπη, τι πραγματικά περιθώρια έχεις για μια άλλη πολιτική, όταν η Ευρώπη, ως μεγάλη «συμπαγής» οικονομική δύναμη, θα εξακολουθεί να προσδιορίζει τους όρους άσκησης οικονομικής πολιτικής και για όσους βρίσκονται «εκτός» ενωσιακού χώρου; Το πρόβλημα δεν βρίσκεται στο αν ένα κράτος είναι εκτός ΕΕ --η Νορβηγία είναι--, αλλά στο αν αυτή η επιλογή καθιστά δυνατή την άσκηση μιας άλλης πολιτικής. Μια από τις μεγαλύτερες αριστερές αυταπάτες (που αφελώς μεταφέρει παραδείγματα από τη Λατινική Αμερική) είναι η ιδέα ότι ένα ευρωπαϊκό κράτος μόνο του θα μπορούσε να ακολουθήσει ουσιωδώς διαφορετικές πολιτικές, ιδέα που δεν λαμβάνει υπόψη ούτε την κρίσιμη ισχύ των διεθνών αγορών ούτε την ισχύ και τα κεκτημένα του ενιαίου ευρωπαϊκού οικονομικού χώρου.

Εντός της Ευρώπης, η Αριστερά είναι «παγιδευμένη» από τον ενιαίο ευρωπαϊκό χώρο, τους κανόνες του και το θεσμικό σύστημα που τον στηρίζει. Εκτός της Ευρώπης, είναι παγιδευμένη από την απουσία εθνικών οικονομικών συνόρων και από την καθοριστική έλλειψη ισχύος που συνεπάγεται η μη συμμετοχή στο κλαμπ λήψης των αποφάσεων (όχι μόνο των ευρωπαϊκών). Εντός της Ευρώπης, η Αριστερά συμμετέχει στα κέντρα λήψης αποφάσεων, αλλά έχει μικρά περιθώρια αλλαγής των πολιτικών. Εκτός της Ευρώπης, η Αριστερά έχει σαφώς μεγαλύτερα περιθώρια να αλλάξει «δευτερεύουσες» πολιτικές, αλλά σχεδόν κανένα περιθώριο αλλαγής τoυ οικονομικού παραδείγματος και της κεντρικής οικονομικής κατεύθυνσης (στο υποθετικό σενάριο που θα το επιχειρούσε σοβαρά, θα οδηγείτο ταχύτατα σε ακραίες πολιτικές λιτότητας --διότι θα αντιμετώπιζε τη μεγάλη πίεση των διεθνών αγορών-- και σε πολιτική και εκλογική συντριβή). Η Αριστερά, σοσιαλδημοκρατική ή ριζοσπαστική, δεν μπορεί παρά να είναι ευρωπαϊκή. Αυτό όμως, με κριτήριο τα προηγούμενα, είναι και η αχίλλειος πτέρνα της.

Το εθνικό κράτος, βασικό εργαλείο της σοσιαλδημοκρατικής πολιτικής

* Μέσα σε αυτό το πλαίσιο δεν έχασε η σοσιαλδημοκρατία και ένα βασικό εργαλείο της πολιτικής της: το (εθνικό) κράτος;

* Αν η ΕΕ έθιξε περισσότερο την Αριστερά παρά τη Δεξιά, αυτό δεν οφείλεται τόσο στις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, αλλά στο γεγονός ότι η Αριστερά πάντα χρησιμοποίησε το κράτος ως εργαλείο για την υλοποίηση αλλά και τη σύλληψη/διατύπωση των δικών της πολιτικών. Το κράτος δεν ήταν μόνο παράγοντας υλοποίησης των προγραμμάτων της Αριστεράς, αλλά και ένας παράγοντας που συνέβαλλε στην ίδια την προγραμματική διαμόρφωση της Αριστεράς. Το κράτος δημιουργούσε «γεγονότα», για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Αλαίν Μπαντιού (αλλά σε μια άλλη, από τη δική του, πνευματική προοπτική). Τα «γεγονότα» δεν προέρχονται μόνο από το κοινωνικό σώμα, αλλά και από το κράτος. Το New Deal στην Αμερική είναι ένα τέτοιο «γεγονός», που άνοιξε νέους ορίζοντες, ήταν ένα προγραμματικό γεγονός που δεν υπήρχε στο προεκλογικό πρόγραμμα του τότε Δημοκρατικού Κόμματος. Η εξασθένιση του εθνικού κράτους, συνεπώς, χωρίς να έχει αντικατασταθεί από ένα διεθνικό κράτος σε επίπεδο Ευρώπης, αφαιρεί από την Αριστερά ένα κεντρικό εργαλείο και για την άσκηση πολιτικής και για την ανανέωση των πολιτικών της. Αυτή η διπλή όψη τραυματίζει την Αριστερά, ενώ θίγει λιγότερο τις δεξιές δυνάμεις. Γιʼ αυτό έχουμε, ανάμεσα σε άλλους λόγους, και αυτόν τον εκλογικό συσχετισμό σε επίπεδο Ευρώπης.

Τη συνέντευξη πήρε ο

O Γεράσιμος Μοσχονάς διδάσκει στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και είναι εντεταλμένος διδασκαλίας στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο Βρυξελλών

Θέμα επικαιρότητας:
Σοσιαλδημοκρατία

Σύνολο: 72 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι