Ολοκαύτωμα, αντισημιτισμός και παράπλευρες απώλειες

Επισήμανση αντιφάσεων

Νίκος Παρασκευόπουλος, Ελευθεροτυπία, 09/08/2006

Παρά την απόσταση και τον ελληνικό Αύγουστο, η τραγωδία του Ν. Λιβάνου αποκλείει σήμερα οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο αρθρογραφίας. Το γράψιμο μάλιστα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Η από μακριά αναφορά προσκρούει στην υπεράνω περιγραφής οδύνη, ενώ οι όποιες πολιτικές εκτιμήσεις των εξελίξεων, με την κλίμακα μάλιστα της παγκοσμιοποίησης, δείχνουν πρόωρες.

Ορισμένα ερωτήματα ωστόσο και ορισμένες αντιφάσεις έχουν εμφανιστεί εξ αρχής. Η έγκαιρη ανάδειξή τους ίσως μας επιτρέψει καθ’ οδόν να βρούμε κάποιο νόημα, να ξεδιαλύνουμε κάποιες σκόπιμα δημιουργημένες πλάνες που καλύπτουν τις ευθύνες των γερακιών του πολέμου.

Η πρώτη αντίφαση επισημαίνεται συχνά και ενοχλεί πολλούς: Είναι δυνατόν, ερωτάται, ο λαός που υπέφερε το Ολοκαύτωμα να γίνεται ο συλλογικός θύτης μιας εξολόθρευσης αμάχων; Η απάντηση που συνήθως ακολουθεί και απηχεί τη γνώμη των Ισραηλινών διατυπώνεται με αγανάκτηση. Αναφέρεται στον βέβηλο χαρακτήρα μιας σύγκρισης ιστορικών γεγονότων τελείως ανισοβαρών και διαφορετικών.

Κατά την άποψή μου, η απόκρουση των συγκρίσεων αυτών είναι οπωσδήποτε δικαιολογημένη. Οχι επειδή το Ολοκαύτωμα είναι ένα ασύλληπτο και υπεριστορικό κακό στην εξέλιξη της ανθρωπότητας. Η κριτική του Norman Finkelstein, τέκνου Εβραίων γονιών, που πέρασαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης Αουσβιτς και Μάιντανεκ, είναι στο σημείο αυτό αξιοπρόσεκτη: το ανεξίτηλο έγκλημα των εθνικοσοσιαλιστών είχε κοινωνικοπολιτικές διαστάσεις και μετρήσιμο ιστορικό βάρος. Η αναγωγή του σε απόλυτο μέγεθος είναι τόσο ανεδαφική, όσο και ο χαρακτηρισμός του τρομοκρατικού κτυπήματος της 11ης Σεπτέμβρη 2001 στους Δίδυμους Πύργους ως εγχειρήματος διαβολικού (evil) και χωρίς ιστορικά προαπαιτούμενα.

Προσοχή όμως: αυτό που ιστορικά μπορεί να συγκροτηθεί και να σταθμιστεί, από την ανθρώπινη πλευρά του είναι όντως ανεπίδεκτο συγκρίσεων και μοναδικό: ποιος μπορεί να πείσει αυτούς που επιβίωσαν από τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ή τα παιδιά τους, ότι η βαρβαρότητα εκείνη είναι κατώτερη ή ίση με μια άλλη; Σωστό είναι, μπροστά τους να χαμηλώνεις τα μάτια και να συμπαραστέκεσαι. Με μια αυτονόητη και σημαντική προσθήκη, πάντως: ότι η ίδια στάση ταιριάζει και απέναντι σε όσους βίωσαν τον όλεθρο των αμάχων στον Λίβανο. Μπροστά στους συγγενείς των σκοτωμένων ή φρικτά τραυματισμένων παιδιών και σε όσους απλώς τα κοίταξαν, είναι μάταιο, άστοχο και κυνικό να υποστηρίζεις ότι ένα άλλο έγκλημα ήταν χειρότερο ή ότι αυτό εδώ εξηγείται, ενώ το Ολοκαύτωμα όχι.

Αλλο ζήτημα βέβαια η (ανεπίτρεπτη) σύγκριση της οδύνης κι άλλο η ιστορική αναγωγή για τη στήριξη πολιτικών ή ψυχολογικών επιχειρημάτων. Ποιος μπορεί να αρνηθεί, ότι όσοι άμεσα ή έμμεσα βίωσαν ένα Ολοκαύτωμα, αυτοί ακριβώς θα έπρεπε πρώτοι να αποκρούουν πρακτικά και θεωρητικά τα μαζικά πλήγματα σε αμάχους; Ποιος αμφισβητεί ότι πρώτοι εκείνοι συνειδητοποιούν τη βαρύτητα ενός δυσανάλογου και μαζικού πλήγματος σε ανθρώπινες ζωές; Η μνήμη του Ολοκαυτώματος αναπαράγεται διαρκώς, όχι μόνο με τις αξιοσέβαστες επίσημες ή οικογενειακές και λαϊκές εκδηλώσεις, αλλά και με άλλα διάσπαρτα μέσα, ιδίως με την τέχνη: με τη λογοτεχνία, το θέατρο, τις ταινίες του Hollywood και όχι μόνον. Επιβεβαιώνεται επίσης σταθερά με την ιστοριογραφία και την πολιτική ανάλυση. Η ενοχή, επομένως, όσων έχουν γαλουχηθεί με τις παραπάνω μνήμες, όταν προσφεύγουν στη βαρβαρότητα, βαραίνει επειδή ακριβώς είναι συλλογικά και ατομικά συνειδητή.

Η ρητορεία για τις λεγόμενες παράπλευρες απώλειες είναι επίσης προσχηματική και αντιφατική. Κανείς όρος δεν μπορεί να αποφορτίσει τον εγκληματικό χαρακτήρα των προσβολών των αμάχων. Ας παρατηρήσουμε όμως τις αντίρροπες τάσεις που αναπτύσσονται. Αφ’ ενός, η παγκοσμιοποιημένη εξουσία τείνει διαρκώς να διευρύνει τα πεδία της αστυνόμευσης και της ποινικής καταστολής. Ενα από τα νομικά εργαλεία που χρησιμοποιεί για να επιτύχει τον σκοπό αυτόν είναι ο μεταχαρακτηρισμός της αμέλειας σε δόλο. Η διεύρυνση της έννοιας του δόλου είναι πραγματικά αναγνώσιμη τόσο σε κείμενα διεθνούς δικαίου, όσο και σε εξελίξεις παρατηρούμενες στα πλαίσια των εθνικών εννόμων τάξεων. Η αναζήτηση δόλιας ανθρωποκτονίας στις περιπτώσεις των πολύνεκρων «ατυχημάτων» στη χώρα μας («Σαμίνα», Ρικομέξ, Τέμπη κ.λπ.) συντονίζεται άθελα με την παγκόσμια αυτή τάση διεύρυνσης της καταστολής. Επειδή όμως οι ζημιογόνες απροσεξίες στην κοινωνική καθημερινότητα είναι απείρως περισσότερες από τις δόλιες πράξεις, ο μεταχαρακτηρισμός της αμέλειας σε (ενδεχόμενο, έστω) δόλο διευρύνει υπέρμετρα το στόχαστρο της βαριάς και δυσανάλογης καταστολής.

Σε μιαν άλλη περιοχή, όμως, η αντίρροπη τάση είναι εντυπωσιακή. Στους βομβαρδισμούς της Σερβίας αρχικά και τώρα στον Νότιο Λίβανο κατά κόρον, ο δόλος προσβολής απέναντι στους αμάχους μεταβαπτίζεται σε αμέλεια και μάλιστα συγγνωστή. «Παράπλευρες απώλειες» σημαίνει, υποτίθεται, «απώλειες που δεν θέλαμε να προκαλέσουμε, αλλά προέκυψαν από απροσεξία μας ή μάλλον αναπόφευκτα εξαιτίας της στάσης και της θέσης των θυμάτων». Οι άμαχοι δεν θα έπρεπε δηλαδή να βρίσκονται εκεί, στα σπίτια τους. Ελάχιστη γνώση και σκέψη αρκούν βέβαια για να καταρρεύσουν οι προφάσεις των ένοχων χειριστών της βίας. Οταν βομβαρδίζονται πόλεις, η δυνατότητα να κτυπηθούν και άμαχοι είναι αναμενόμενη και συνειδητή στους σχεδιαστές-εντολείς των επιχειρήσεων. Αυτός που πατά το κουμπί της εκτόξευσης επίσης το γνωρίζει και το αποδέχεται, προκειμένου να πλήξει τον εχθρό. Η πράξη τους συνιστά έγκλημα δόλιο.

Εν τω μεταξύ, τα ψέματα έχουν τελειώσει. Ο Κ. Τσουκαλάς στο τελευταίο βιβλίο του («Πόλεμος και Ειρήνη μετά το τέλος της Ιστορίας», 2006) τεκμηριώνει και συνοψίζει ένα βασικό χαρακτηριστικό του σύγχρονου πολέμου. Οι επιχειρήσεις πλήττουν αδιακρίτως αμάχους και στρατιώτες. Κάποτε μάλιστα η εξολόθρευση αμάχων εμφανίζεται σημαντικότερη από την εξουδετέρωση των ενστόλων, αφού σηματοδοτεί την κατάλυση των προϋποθέσεων της συλλογικής αντίδρασης.

Πολιτικοί, στρατηγοί, χορηγοί του πολέμου έχετε πλέον αποκαλυφθεί: Ο θάνατος αμάχων είναι κανόνας, ο θάνατος μαχητών παράπλευρη επιτυχία. Οι προφάσεις του είδους «είχαμε προειδοποιήσει τους αμάχους να απομακρυνθούν» δεν αναιρούν την ευθύνη και τον κυνισμό: οι προειδοποιήσεις-τελεσίγραφα, που είναι αδύνατον να εφαρμοστούν και μάλιστα σε ελάχιστο χρόνο και μαζικά από τους αμάχους ελλείψει μέσων, ούτε απαλλάσσουν ούτε μειώνουν τις ευθύνες. Οταν μάλιστα συνδυάζονται με καταστροφή σπιτιών και υποδομών, που αποκλείει την επιστροφή κατά την επόμενη μέρα, οδηγούν σε ενθοκάθαρση.

Ο δόλος, λοιπόν, μεταβαπτίζεται σε αμέλεια και η αμέλεια σε δόλο κατά το δοκούν, ανάλογα με τους στόχους της Νέας Τάξης. Η αντίφαση χάνεται μέσα στη θολούρα από την απορρύθμιση του Διεθνούς Ποινικού Δικαίου.

Τελειώνοντας: ενώπιον του ολέθρου γίνεται επείγον να αφεθούν οι κουβέντες περί ενόχων φυλών ή θρησκειών, αλλά και περί αντισημιτισμού ή φιλοσημιτισμού. Η καταγγελία συλλογικών ή ατομικών εγκλημάτων είναι πάντοτε θεμιτή, ανεξαρτήτως χρώματος ή φυλής θυτών ή θυμάτων. Οι πολίτες εξάλλου που διαδηλώνουν ή αρθρογραφούν στο Ισραήλ κατά του πολέμου και οι Εβραίοι που επίσης τον καταδικάζουν ζώντας σε άλλες χώρες, δεν διαφέρουν από τους πολεμοχαρείς ομοεθνείς τους λόγω της φυλής ή του πολιτισμού που τους εξέθρεψε. Διαφέρουν λόγω της πολιτικής και ηθικής τους στάσης.

Θέμα επικαιρότητας:
Παλαιστίνη

Σύνολο: 31 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι