Η κρίση ανοικοδομεί την Ευρώπη

Jean-Marie Colombani, Το Βήμα της Κυριακής, 26/10/2008

Οσο διαρκεί η κρίση οικοδομείται, ή ακόμη καλύτερα ανοικοδομείται η Ευρώπη. Ετσι τουλάχιστον θα θέλαμε να εξελιχθούν, σε κάθε περίπτωση, τα πράγματα. Αυτό θα ήθελε και ο Νικολά Σαρκοζί να συμβεί σε ό,τι αφορά τη Γαλλία. Η ιδέα ήταν αρχικά απλή. Απέναντι σε μια πρωτοφανή και πολύ σοβαρή κατάσταση η οποία απειλεί την ευημερία των ευρωπαϊκών χωρών αυτό που έπρεπε να κάνουμε ήταν όχι μόνο να αντιδράσουμε άμεσα και αποτελεσματικά, αλλά ακόμη περισσότερο να εργαστούμε για την αναγέννηση της Ευρώπης. Για μια Ευρώπη ικανή να αποτελέσει το εργαλείο εξόδου από την παρούσα κρίση, αλλά και το ανάχωμα σε μια ακόμη πιο ισχυρή - μελλοντική - κρίση. Ας μην παραλείψουμε να αναφέρουμε τη συνεισφορά του δραστήριου γάλλου προέδρου. Αυτό που αποκομίσαμε ήταν διαδοχικά μία αποτυχία και μία επιτυχία. Αποτυχία κατά την πρώτη συγκέντρωση της ομάδας των τεσσάρων ευρωπαϊκών κρατών (G4) που συμμετέχουν στην G8, η οποία πραγματοποιήθηκε στο προεδρικό Μέγαρο των Ηλυσίων. Επιτυχία, όμως, κατά τη Σύνοδο των αρχηγών των χωρών της ευρωζώνης που πραγματοποιήθηκε στις 12 Οκτωβρίου, όπου τέθηκαν οι βασικές αρχές του σχεδίου εξόδου από την κρίση και συμφωνήθηκε ο τρόπος εφαρμογής τους σε εθνικό επίπεδο (ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και κυρίως εγγύηση των καταθέσεων). Το συνολικό σχέδιο κατέστη εφικτό χάρη στην ενεργό συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά και της Μεγάλης Βρετανίας, η οποία υιοθέτησε και αυτή την ίδια πολιτική. Τα αποτελέσματα ήταν άμεσα για τις αγορές. Σε τέτοιο βαθμό που πιστέψαμε προς στιγμήν ότι τα πιο δύσκολα πέρασαν.

Στη συνέχεια ακολούθησαν οι προβλέψεις της ύφεσης. Η ύφεση, ή πιο απλά η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας, δεν ταυτίζεται με την οικονομική κάμψη. Δεν υπάρχει επομένως κανένα κοινό, σε αυτό το στάδιο, με την κατάρρευση του 1930. Είναι όμως τόσο μακρινή η ανάμνηση της ύφεσης που η πρόβλεψή της είναι από μόνη της αρκετή για να βυθιστούν οι αγορές. Δεν ήταν λοιπόν παράλογο από την πλευρά της γαλλικής προεδρίας της Ενωσης να θελήσει να εφαρμόσει μια πολιτική η οποία φάνηκε σε πρώτη φάση επιτυχημένη ως προς τον τραπεζικό και τον χρηματοοικονομικό τομέα. Απέναντι λοιπόν στον φόβο της ύφεσης η Ευρώπη θα μπορούσε να αντιτάξει ένα σχέδιο οικονομικής ανάκαμψης. Κάτι το οποίο θα επέτρεπε επίσης τη συντονισμένη δράση Ευρώπης και Ηνωμένων Πολιτειών. Μετά το σχέδιο Πόλσον για τη διάσωση των τραπεζών, ο επικεφαλής της ομοσπονδιακής τράπεζας των ΗΠΑ (Fed) Μπεν Μπερνάνκι επιδοκίμασε και αυτός τη νομοθετική ρύθμιση για την αναθέρμανση της οικονομίας, την οποία είχαν προηγουμένως υπερψηφίσει οι Δημοκρατικοί στο Κογκρέσο, προσβλέποντας βέβαια στη νίκη του Ομπάμα στις προσεχείς εκλογές. Μια αντίστοιχη πρόταση έκανε και ο Νικολά Σαρκοζί, προσθέτοντας την ιδέα για τη θέσπιση ενός «κοινού ευρωπαϊκού ταμείου» έτσι ώστε να αποτρέψουμε να περάσουν οι μεγάλες ευρωπαϊκές βιομηχανίες - των οποίων οι μετοχές υποχωρούν και μάλιστα δραματικά εξαιτίας της κρίσης των αγορών - στα χέρια ξένων «επενδυτικών κεφαλαίων». Μια διάταξη συγκροτημένη και λογικά τεκμηριωμένη η οποία δυστυχώς, συνάντησε την απόλυτη αντίθεση της Γερμανίας.

Ας συγκρατήσουμε λοιπόν στη μνήμη μας ότι η κρίση αυτή ανέδειξε στο ευρωπαϊκό προσκήνιο μια ευχάριστη έκπληξη, τη Μεγάλη Βρετανία, και έναν μεγάλο απόντα, τη Γερμανία. Είναι πρόδηλο ότι, αν και ανήκουν στην ίδια πολιτική οικογένεια, η Ανγκελα Μέρκελ δεν είναι Χέλμουτ Κολ. Βρίσκεται πολύ κοντά στα πρώτα χρόνια της διακυβέρνησης Σρέντερ: αντιτάσσει διαρκώς στις γαλλικές προτάσεις για μια ευρωπαϊκή προοπτική ένα στενά εθνικό όραμα, το οποίο μοιάζει να υπαγορεύεται από εκτιμήσεις που σχετίζονται με την εσωτερική πολιτική. Φαίνεται ότι η ίδια έχει αποφασίσει να περιορίσει τους ορίζοντές της. Ετσι, αρνήθηκε στην αρχή να εγκρίνει την ίδρυση ενός κοινού ευρωπαϊκού ταμείου, στη συνέχεια το σχέδιο για αναθέρμανση της ευρωπαϊκής οικονομίας και τέλος τα επενδυτικά ευρωπαϊκά κεφάλαια. Σύμφωνα με τη δική της οπτική, τα χρήματα του γερμανού φορολογούμενου πρέπει να χρησιμοποιούνται αποκλειστικά για την ενίσχυση του γερμανικής οικονομίας. Κατά τον ίδιο τρόπο αρνείται, δίνοντας το «καλό παράδειγμα», να δώσει χρήματα για τα άλλα κράτη. Τέτοιου είδους αντιλήψεις είχαμε αντιμετωπίσει και πριν από χρόνια. Μια λογική, δηλαδή, η οποία διαχωρίζει τα κράτη του Βορρά με τις «σοβαρές οικονομίες» από τις χώρες του Νότου, το λεγόμενο «Club Mediterranée».

Αυτή, όμως, η αντίληψη της γερμανίδας καγκελαρίου είναι λανθασμένη. Στην παρούσα κρίση όλοι έχουν την ανάγκη όλων. Αλλωστε η ιδέα ότι οι μεγάλοι πληρώνουν για τους μικρούς, οι παλαιότεροι για τους νεότερους και οι πλούσιοι για τους φτωχούς αποτελεί βασικό θεμέλιο του ευρωπαϊκού οικοδομήματος. Το να γυρίζεις την πλάτη σε αυτή τη λογική μπορεί να προκαλέσει μακροπρόθεσμα πολλές συνέπειες. Αυτά τα πολύ σοβαρά πισωγυρίσματα δεν μπορούν προς το παρόν να αντισταθμιστούν από το νέο ευρωπαϊκό πνεύμα του Γκόρντον Μπράουν. Και αυτό διότι εξαιτίας του Τόνι Μπλερ οι Βρετανοί δεν συμμετέχουν στη ζώνη του ευρώ. Για να συνεχίσει λοιπόν να βρίσκεται στην ευρωπαϊκή πρωτοπορία, ο Νικολά Σαρκοζί σκέφθηκε να θέσει εαυτόν στην εμπροσθοφυλακή: αυτό που οραματίζεται, αφού παραδώσει την ευρωπαϊκή προεδρία στους πιστούς ευρωσκεπτικιστές Τσέχους, είναι να διοργανώσει τη δομή του Eurogroup, της ομάδας δηλαδή των χωρών της ευρωζώνης, να ενισχύσει το ενιαίο νόμισμα μέσω της πιο στενής σύγκλισης της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη και μέσω μιας ενιαίας διαχείρισης της κρίσης. Ολα αυτά, θέτοντας ο ίδιος υποψηφιότητα για την ηγεσία της ζώνης του ευρώ. Κάτι το οποίο δεν θα αρέσει βεβαίως στην κυρία Μέρκελ. Το μόνο που μπορούμε να πούμε: ας πρόσεχε!

* Ο κ. Ζαν-Μαρί Κολομπανί είναι ένας από τους εγκυρότερους ευρωπαίους δημοσιογράφους, πρώην διευθυντής της εφημερίδας «Le Monde»

Θέμα επικαιρότητας:
Χρηματοπιστωτική κρίση

Σύνολο: 95 Κείμενα

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι