Η Ρωσία στο πλαίσιο ασφαλείας της Ευρώπης

Jean-Marie Colombani, Το Βήμα της Κυριακής, 08/03/2009

O Μπαράκ Ομπάμα δεν αφήνει τον χρόνο να περνά άσκοπα και έχει αναλάβει δράση τόσο στο μέτωπο της οικονομικής κρίσης όσο και σε αυτό της διπλωματίας. Πρώτη του κίνηση, και μαζί πρώτη του δέσμευση, ο προσδιορισμός της ημερομηνίας- καλοκαίρι του 2010- για την αποχώρηση των στρατευμάτων από το Ιράκ. Ηταν μια είδηση που πέρασε σχεδόν απαρατήρητη, καθώς γνωρίζαμε εκ των προτέρων ότι ο νεοεκλεγείς πρόεδρος θα τηρούσε την προεκλογική του δέσμευση. Επίσης αναμέναμε έναν νέο γύρο διπλωματικών επαφών: αυτό ακριβώς που γίνεται αυτή τη στιγμή. Συγκεκριμένα σε δύο εξ ορισμού στρατηγικούς τομείς, ήτοι στις αμερικανορωσικές σχέσεις και στο μεσανατολικό ζήτημα.

Οι σχέσεις με τη Ρωσία διαμορφώνουν επί της ουσίας ένα πλαίσιο ασφαλείας στην Ευρώπη. Η προεδρία Μπους μάς κληροδότησε δύο μέτωπα συγκρούσεων. Το πρώτο αφορά την ανάπτυξη της αντιπυραυλικής ασπίδας στην Πολωνία και στην Τσεχία, κάτι που εκλήφθηκε ως πρόκληση από τη Μόσχα. Η δεύτερη και σημαντικότερη σύγκρουση στα μάτια των ρώσων ηγετών ήταν η υπόσχεση που δόθηκε στην Ουκρανία και στη Γεωργία για ένταξη στο ΝΑΤΟ, παρά τη διαφωνία Γερμανίας και Γαλλίας. Ο Ομπάμα και η υπουργός Εξωτερικών της κυβέρνησής του Χίλαρι Κλίντον, η οποία υποσχέθηκε να εφαρμόσει μια «επιθετική» διπλωματία, με την έννοια όμως του δυναμισμού, επιχειρούν ήδη ένα σημαντικό βήμα. Προτείνουν στη Ρωσία μια συνεργασία με αμοιβαία οφέλη και για τις δύο πλευρές, η οποία συνίσταται στην ένταξη της Ρωσίας στον μηχανισμό ασφαλείας των αντιπυραυλικών συστημάτων, καθώς και στην αναβολή της διεύρυνσης της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας, όπως άλλωστε επιθυμούν Γάλλοι και Γερμανοί. Σε αντάλλαγμα ζητείται από τη Μόσχα να αλλάξει τη στάση της προς το Ιράν και να διακόψει την παροχή πυρηνικού εξοπλισμού προς την Τεχεράνη. Επίσης να συνδράμει στη σταθεροποίηση της κατάστασης στο Αφγανιστάν, η οποία εξαρτάται εν μέρει από το γειτονικό Ιράν.

Ανταποκρινόμενοι στην αμερικανική χείρα βοηθείας, πιθανολογείται ότι οι Ρώσοι θα επιλέξουν να προστατεύσουν την ασφάλεια της χώρας τους, επιστρέφοντας σε μια στρατηγική συμμαχία όμοια με αυτή της περιόδου Γκορμπατσόφ και Γέλτσιν. Ασφαλώς όμως σε μια περισσότερο ισότιμη βάση αυτή τη φορά. Και αυτό διότι η Ρωσία αισθάνεται πως απειλείται περισσότερο από την Κίνα και από ένα Ιράν με επεκτατικές βλέψεις στον ισλαμικό κόσμο και με πυρηνική τεχνολογία στη διάθεσή του παρά από την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Επιπροσθέτως δε, επειδή έχει υπόψη της ότι, ενώ είναι μια χώρα πλούσια σε φυσικά κοιτάσματα, απειλείται από την πληθυσμική της ένδεια. Τέλος, διότι διαφαίνεται μια ρήξη στους κόλπους της ρωσικής ηγεσίας, ικανή ενδεχομένως να οδηγήσει σε μια δημιουργική εξέλιξη με επίκεντρο τον πρόεδρο Μεντβέντεφ.

Υπάρχουν ωστόσο ορισμένοι αναλυτές οι οποίοι ασχολούνται με αυτή τη διαρχία της ρωσικής διακυβέρνησης (όμοια με τον δικέφαλο αετό της τσαρικής εποχής ο οποίος εσχάτως κοσμεί και πάλι τη ρωσική σημαία) οι οποίοι εκτιμούν ότι δεν έχουν τίποτε να κερδίσουν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι από αυτό το πάρε- δώσε. Και αυτό, σύμφωνα με τη δική τους οπτική, εξαιτίας του τρόπου με τον οποίον ασκεί την εξουσία ο Βλαντίμιρ Πούτιν ο οποίος, βοηθούσης της κρίσης, βλέπει ως αντίδοτο τον αντιαμερικανισμό. Ετσι είναι πιθανόν να επιχειρήσει να αποκομίσει τα οφέλη από μια «αδέσμευτη» αλλά εκτεθειμένη σε παντοίους κινδύνους Ουκρανία, χωρίς όμως να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ως προς το Ιράν.

Αυτή η επιμονή του δεν προοιωνίζεται επομένως την απίσχνανση της αμερικανικής δύναμης; Η διαιώνιση αυτού του προβλήματος δεν αποτελεί για τον Πούτιν ένα μέσον διαρκούς πίεσης, στον βαθμό μάλιστα που γνωρίζουμε ότι ο πυρηνικός εξοπλισμός του Ιράν προέρχεται εξολοκλήρου από τη Ρωσία; Εν ολίγοις πόσο αξιόπιστος συνομιλητής είναι ο Πούτιν, ο οποίος θέτει πάνω από όλα τη παράταση της εξουσίας του στο διηνεκές και τον πλουτισμό των ολιγαρχών που έχει συγκεντρώσει γύρω του (ας μην παραβλέπουμε ότι μια ισραηλινή επίθεση εναντίον των πυρηνικών του Ιράν θα ανέβαζε στα ύψη τις τιμές του πετρελαίου και του αερίου), παραβλέποντας ακόμη και αυτά τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των Ρώσων;

Για όλους αυτούς τους λόγους θα πρέπει να παραμείνουμε επιφυλακτικοί. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν ευχόμαστε να στεφθεί με επιτυχία η νέα στροφή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, η οποία είναι πλέον πασίδηλο ότι απομακρύνεται από τον μιλιταρισμό που κυριάρχησε κατά την περίοδο Μπους και επιστρέφει στη διπλωματία.

Ας ευχηθούμε λοιπόν να πρυτανεύσει η λογική της διπλωματίας και στη Μέση Ανατολή, ένα ακόμη ανοικτό μέτωπο για την αμερικανική πολιτική. Εκεί όπου η κατάσταση γίνεται απείρως δυσκολότερη, δεδομένων των αποτελεσμάτων της πρόσφατης εκλογικής αναμέτρησης στο Ισραήλ.

Εξάλλου η κυρία Κλίντον κατέστησε ήδη σαφές στον μέλλοντα πρωθυπουργό του Ισραήλ Βενιαμίν Νετανιάχου (ο οποίος σχεδιάζει την επέκταση των εποικισμών στη Δυτική Οχθη) ότι η προοπτική ενός παλαιστινιακού κράτους είναι «αναπότρεπτη». Για την επίτευξη αυτού του στόχου, ξεκαθάρισε η ίδια, θα εργαστεί εφεξής η Ουάσιγκτον.

Ας το επαναλάβουμε, συνεπώς, ότι για όλους αυτούς τους λόγους πρέπει να ευχηθούμε την επιτυχή έκβαση των διπλωματικών επαφών της αμερικανικής κυβέρνησης. Αλλωστε με την ίδια επιχειρηματολογία δεν πορεύονται ως σήμερα, εις μάτην, οι Ευρωπαίοι;

Πρόσφατα κείμενα

Ημερολόγιο κειμένων

Θέματα επικαιρότητας

Αρθρογράφοι